ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ελληνική ιθαγένεια, διαβατήριο για το Στρασβούργο

capture--4

Η Εντα Γκέμη, Ελληνίδα πολίτης αλβανικής καταγωγής και ο Γιονούς Μοχαμαντί, Ελληνας πολίτης αφγανικής καταγωγής θα είναι υποψήφιοι στις προσεχείς ευρωεκλογές. Στην ερώτηση για ποιο λόγο αποδέχθηκαν την πρόταση του ΚΙΝΑΛ η πρώτη και του ΣΥΡΙΖΑ ο δεύτερος δίνουν ουσιαστικά την ίδια απάντηση. «Γιατί η πολιτική εμπλοκή, η ανάγκη εκπροσώπησης, το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, είναι το τελικό στάδιο, η ουσία της ένταξης στην κοινωνία».

Και οι δύο απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια μέσω της διαδικασίας πολιτογράφησης μετά το 2011 και αφού είχαν ζήσει στην Ελλάδα πολλά χρόνια χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα, σε καθεστώς διαρκούς προσωρινότητας και ανασφάλειας. Συνολικά από το 2011 έως το 2018, 17.089 αλλογενείς έλαβαν ελληνική ιθαγένεια μέσω πολιτογράφησης. Πρόκειται για την απόκτηση ιθαγένειας μέσω της διαδικασίας εξετάσεων και προσωπικής συνέντευξης εφόσον πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια. Στο ίδιο χρονικό διάστημα (2011-2018) 203.554 άτομα έλαβαν ελληνική ιθαγένεια είτε γιατί γεννήθηκαν και σπούδασαν στην Ελλάδα είτε ως ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και άλλες.

Η Εντα Γκέμη, λέκτωρ στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Τιράνων και επισκέπτρια ερευνήτρια στο ISR – Ινστιτούτο Αστικής και Περιφερειακής Ερευνας της Ακαδημίας Επιστημόνων της Αυστρίας ήρθε στην Ελλάδα το 1992. Παιδί Αλβανών καλλιτεχνών είχε σπουδάσει κλασική μουσική και τραγούδι και το ταξίδι της στη χώρα μας ήταν για εκείνη ένα βήμα προς την ελευθερία. «Ηθελα να συναντήσω τον ελεύθερο κόσμο, να δω τι υπάρχει πίσω από τα σύνορα στα οποία ζούσαμε αποκλεισμένοι. Λίγο πριν φύγω, στα αλβανικά πανεπιστήμια οι φοιτητές είχαν ξεκινήσει απεργία πείνας, ανάμεσά τους και ο αδελφός μου» διηγείται, γεγονότα που πλέον της φαίνονται σαν να συνέβησαν σε μιαν άλλη ζωή. «Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις ήρθα στην Ελλάδα ήταν να γραφτώ στο ελληνικό πανεπιστήμιο για να μάθω τη γλώσσα. Ημουν τυχερή γιατί είχαμε καταπληκτικούς καθηγητές που με έκαναν να συνδεθώ με τη γλώσσα, η εκμάθηση των ελληνικών δεν ήταν μόνο ένα εργαλείο για να ζήσω σε μια άλλη χώρα. Η διανοητική μου συγκρότηση έγινε μέσω της ελληνικής γλώσσας». Παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά, δούλεψε, σπούδασε και ασχολήθηκε με την ιστορική έρευνα σε συνεργασία με το EΛΙΑΜΕΠ. Ομως, κάθε χρόνο έπρεπε να συγκεντρώνει τα χαρτιά για να ανανεώνει την άδεια παραμονής της στην Ελλάδα. Πρώτη φορά το 2010 κατέθεσε αίτηση για πολιτογράφηση, πήρε τελικά την ελληνική ιθαγένεια το 2015. «Μέσα από αυτή τη διαδικασία ωρίμασα και εγώ σιγά σιγά και κατάλαβα πως ό,τι και να έχεις κάνει αν δεν ψηφίζεις σε μια χώρα δεν υπάρχεις». Η υποψηφιότητά της ασφαλώς απευθύνεται πρώτα στους Ελληνες πολίτες αλβανικής καταγωγής οι οποίοι βρίσκονται πλέον σε όλη την Ευρώπη. «Περίπου 30.000 παιδιά δεύτερης γενιάς αλβανικής καταγωγής με ελληνική ταυτότητα  βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο Βερολίνο, στις Βρυξέλλες, στη Στοκχόλμη σπουδάζουν ή δουλεύουν. Μιλάνε ελληνικά, σκέφτονται ελληνικά αλλά στην ίδια την Ελλάδα αισθάνονται πολλές φορές σαν ορφανά», λέει.

O… Διγενής Ακρίτας

Ως πολύ δύσκολη περιγράφει τη συνέντευξη για πολιτογράφηση ο Γιονούς Μοχαμαντί, πρόεδρος του Ελληνικού Φόρουμ Προσφύγων και Μεταναστών, ο οποίος έλαβε την ελληνική ιθαγένεια το 2018, ενώ είχε έρθει στην Ελλάδα το 2001. «Με ρώτησαν πού μένεις και είπα στην οδό Διγενή Ακρίτα. “Πες μας την ιστορία του” μου είπαν.

Ευτυχώς διαβάζω πολλή ιστορία» θυμάται γελώντας.

Οταν έφυγε από το Αφγανιστάν, γιατί κινδύνευε η ζωή του, υπολείπονταν μόνο έξι μήνες για να τελειώσει την Ιατρική σχολή. «Το 1997 ήταν η πρώτη φορά που έφυγα από το Αφγανιστάν και πήγα στο Πακιστάν και στο Ιράν. Το 2001 γύρισα πίσω για να βοηθήσω την πατρίδα μου, αλλά οι Ταλιμπάν με έβαλαν φυλακή. Ετσι αποφάσισα να φύγω πάλι. Η προσφυγιά είναι η τελευταία λύση, αλλά με τον θάνατο δεν μπορείς να τα βάλεις», λέει. Ολη του η οικογένεια είναι πρόσφυγες σε άλλες χώρες. «Η μητέρα μου και ο αδελφός μου είναι στην Αυστραλία, η αδελφή μου στην Αμερική, η άλλη μου αδελφή στο Πακιστάν». Μόνο ο πατέρας του που πάσχει από καρκίνο γύρισε στο Αφγανιστάν για να πεθάνει στο χωριό του. «Είμαι τυχερός γιατί μέσα σε όλα αυτά έχω χάσει μόνο έναν αδελφό, ενώ άλλοι τα έχασαν όλα».

Το 2013 βρέθηκε στο Αμβούργο για ένα συνέδριο και εκεί αντιμετώπισε τον ρατσισμό ως Ελληνας. «Ενας Γερμανός μόλις είπα ότι έρχομαι από την Ελλάδα με κοίταξε και μου είπε: Είσαστε τεμπέληδες και εμείς αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε για εσάς».

Τον Ιούνιο κλείνει τα 46 – ήρθε στην Ελλάδα 27 χρόνων. Δεν τα κατάφερε τελικά να γίνει γιατρός γιατί η νομοθεσία δεν του έδινε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ελλάδα. Δούλεψε, όμως, σε νοσοκομείο πολλά χρόνια σε βοηθητικές υπηρεσίες.

Ο στόχος του για τις ευρωεκλογές είναι να πείσει τους μετανάστες που έχουν ελληνική ιθαγένεια ότι «πρέπει να ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει στη χώρα».