ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Λ. Λυμπερόπουλος: Μια περίεργη εισαγγελική διάταξη

21areiospagossss10

Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 25/4.5.2018 διάταξη του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν οι μηνύσεις-εγκλήσεις των Αντ. Σαμαρά, πρώην πρωθυπουργού, Ευάγγ. Βενιζέλου, πρώην αντιπροέδρου κυβερνήσεως, και Δ. Αβραμοπούλου, πρώην υπουργού. Επειδή, ανεύρομεν στο Διαδίκτυο μόνο τη μήνυση-έγκληση του κ. Αντ. Σαμαρά, θα ασχοληθούμε με αυτήν.

Ο πρώην πρωθυπουργός Αντ. Σαμαράς μήνυσε-εγκάλεσε, μεταξύ άλλων, και τους εισαγγελείς Εγκλημάτων Διαφθοράς για τα ακόλουθα ποινικά αδικήματα: α) Συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης (187 Π.Κ.), β) κατάχρηση εξουσίας (239 Π.Κ.), γ) ψευδή βεβαίωση (242 παρ. 1 Π.Κ.), δ) παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου (252 Π.Κ.), ε) παράβαση καθήκοντος (259 Π.Κ., παραβίαση του άρθρου 86 του Συντάγματος) και στ) επέμβαση σε προσωπικά του δεδομένα, ανακοίνωση, μετάδοση κ.λπ., αυτών, με σκοπό να τον βλάψουν (22 παρ. 4 και 6 ν. 2472/1997).

Ο επεξεργασθείς την υπόθεση αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου απορρίπτει την έγκληση χωρίς καθόλου αιτιολογία. Στη θέση της αιτιολογίας υπάρχουν οι εξής φράσεις: Από την εκτίμηση όλων των παραπάνω, με βεβαιότητα συνάγεται ότι: Oσον αφορά τα καταγγελλόμενα με την τρίτη μήνυση-έγκληση του πρώην πρωθυπουργού Αντωνίου Σαμαρά τα προσκομιζόμενα από τον μηνυτή αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα κατ’ άρθρον 177 ΚΠΔ, ουδόλως μπορούν να δημιουργήσουν έστω και την απειροελάχιστη ένδειξη ενοχής εναντίον των ώστε να δικαιολογούν την κίνηση ποινικής δίωξης, για κατάχρηση εξουσίας ή οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα… Ουδεμία δε κατάχρηση εξουσίας ή οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα διέπραξαν κατά τη διερεύνηση της «υπόθεσης Novartis».

Ο αντεισαγγελέας αναφέρει για τα καταγγελλόμενα από τον πρώην πρωθυπουργό Αντ. Σαμαρά ποινικά αδικήματα, μόνο το της καταχρήσεως εξουσίας, ουδέν άλλο. Αφήκε, δηλαδή, τα υπόλοιπα πέντε (συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, ψευδής βεβαίωση, παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, παράβαση καθήκοντος και παραβίαση του άρθρου 22 παρ. 4 και 6 του ν. 2472/1997, περί προσωπικών δεδομένων, εκ των οποίων το πρώτο και το τελευταίο είναι κακουργήματα), χωρίς να διαλάβει στη διάταξή του όχι μόνο «συνοπτική αιτιολογία», αλλά ούτε καν ονομαστική αναφορά αυτών. Κάνει, όμως, κάτι χειρότερο: Αποφαίνεται ότι οι τρεις εισαγγελικοί λειτουργοί: «Ουδεμία κατάχρηση εξουσίας (λες και υπάρχουν πολλών ειδών καταχρήσεις εξουσίας) ή οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα διέπραξαν»! Στερείται σοβαρότητος κάθε περί αυτού αναφορά. Σκεφθείτε, κατά την αγόρευσή του ο εισαγγελέας της έδρας, εγειρόμενος, να προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, όχι για το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα, π.χ. της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, αλλά για «οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα», δηλαδή για όλα τα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο αντεισαγγελέας παρέλειψε να ασχοληθεί με τα ως άνω ποινικά αδικήματα και επομένως δεν υπάρχει περί αυτών εισαγγελική διάταξη. Αν δε ο κ. αντεισαγγελεύς, με τη φράση αυτή, εννοούσε τα αδικήματα αυτά, τότε ευρισκόμεθα προ εισαγγελικού ατοπήματος ολκής, αφού προδίδει προχειρότητα στην έρευνα και απόφαση επί μιας τόσο σοβαρής υποθέσεως. Δεν είναι επιτρεπτό, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στη φράση «οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα», να περιλαμβάνει την κρίση του για σοβαρά ποινικά αδικήματα, εκ των οποίων τα δύο κακουργήματα.

Στην έγκληση καταγγέλλονται και τα εξής πρωτάκουστα: 1) Για το ποινικό αδίκημα της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρο 252 Π.Κ.): «Η μάρτυρας Α. Κελέση περάτωσε την κατάθεσή της της 4ης Φεβρουαρίου 2018, όπως αναγράφεται στην έκθεση την, 9 και 40 νυκτερινήν». Το πρωί της ίδιας ημέρας (Κυριακή) η εφημερίδα Documento, η οποία είχε τυπωθεί το βράδυ της Παρασκευής 2.2.2018, ανέφερε στοιχεία της καταθέσεώς της. Πώς γνώριζε η καλή εφημερίδα το περιεχόμενο καταθέσεως που δεν είχε ακόμη δοθεί; 2) «Οι από 12 και 15.1.2018 καταθέσεις του μάρτυρα Μαξίμου Σαράφη παρουσιάζουν το εκπληκτικό για προκαταρκτική εξέταση διενεργουμένη από τρεις εισαγγελικούς λειτουργούς: Η εισαγωγική ερώτηση και το κλείσιμο των καταθέσεων είναι με διαφορετική γραμματοσειρά και μορφοποίηση, από το σώμα της καταθέσεως»! Δηλαδή, ο εγκαλών καταγγέλλει ψευδή βεβαίωση, συνισταμένη στο ότι οι εισαγγελικοί λειτουργοί βεβαίωσαν ψευδώς ότι ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιόν τους, ενώ το κείμενο της κατάθεσης ερχόταν έτοιμο και προδιατυπωμένο σε αρχείο υπολογιστή και απλώς επικολλήθηκε από τους εισαγγελείς. Ζητάει, μάλιστα, να διαταχθεί η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης σχετικώς. Σε αυτήν τη βαρύτατη καταγγελία, η οποία δυναμιτίζει ολόκληρο το οικοδόμημα της ελληνικής Δικαιοσύνης, ο αντεισαγγελέας δεν αντέδρασε! Δεν υπερασπίσθηκε την τιμή των εισαγγελικών λειτουργών και της Δικαιοσύνης. Αιδημόνως, σιώπησε! Γιατί άραγε;

* Ο κ. Λουκάς Λυμπερόπουλος είναι επίτιμος αρεοπαγίτης.