ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μύρων Μιχαηλίδης: Καλλιτεχνικοί υπουργοί και υπουργικοί διευθυντές

myron-michailidis-kallitechnikoi-ypoyrgoi-kai-ypoyrgikoi-dieythyntes-2326306

Παρακολουθώ τελευταία τις αντιπαραθέσεις γύρω από το θέμα της επιλογής καλλιτεχνικών διευθυντών στους μεγάλους κρατικούς πολιτιστικούς οργανισμούς της Ελλάδας. Η όποια εμπειρία έχω αποκτήσει από τις θητείες μου, τόσο ως καλλιτεχνικού διευθυντή στον ελληνικό χώρο (ΚΟΘ, 2004-2011 και Λυρική, 2011-2017) όσο και στο εξωτερικό (Οπερα της Ερφούρτης, 2017 – σήμερα), θεωρώ πως μου δημιουργεί το χρέος δημόσιας τοποθέτησης.

Κατ’ αρχάς, το υπό εξέταση θέμα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο της χάραξης ενός στρατηγικού σχεδιασμού του υπουργείου Πολιτισμού και της άσκησης μιας συνολικής και συνεπούς πολιτιστικής πολιτικής από αυτό. Για να επιτευχθεί αυτό, ο ορθότερος τρόπος είναι η δημόσια διαβούλευση, η συζήτηση στις αρμόδιες επιτροπές της Βουλής και η ψήφιση ενός νόμου. Τούτο όχι μόνο διότι τα θέματα των διορισμών καλλιτεχνικών διευθυντών αντιμετωπίζονται ώς σήμερα με νόμο, αλλά και διότι αυτό είναι το ορθό: να υποστούν τα κείμενα τη βάσανο της νομικής σκέψης και την κριτική συζήτηση στην εθνική αντιπροσωπεία, προτού ψηφιστούν.

Αρα, η θέσπιση μιας «διαδικασίας» ορισμού καλλιτεχνικού διευθυντή με απλή υπουργική απόφαση (αναφέρομαι στο ΦΕΚ Β´ 114/25.1.19), και όχι με νόμο, θα πρέπει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Για ποιον λόγο να επιλέγει τον καλλιτεχνικό διευθυντή μια επιτροπή, την οποία ορίζει ο ίδιος και μόνος του ο υπουργός, και να μην τον επιλέγει απλά ο ίδιος ο υπουργός, όπως συνέβαινε έως σήμερα;

β) Για ποιον λόγο να μην αναφέρεται με ακρίβεια στη συγκρότηση της πενταμελούς επιτροπής η ποσόστωση των «προσωπικοτήτων εγνωσμένου κύρους στον χώρο του πολιτισμού» –δηλαδή πόσοι από κάθε ειδικότητα– αλλά να μπορεί ο υπουργός π.χ. να προχωρεί στη σύσταση μιας επιτροπής μόνο από διευθυντές μεγάλων πολιτιστικών οργανισμών της ημεδαπής; Και γίνεται σαφές ότι εδώ υπάρχει μείζον πρόβλημα, διότι, με το υπάρχον πλαίσιο, οι θητείες αυτών των διευθυντών, αλλά και σε μεγάλο βαθμό η αποτίμηση του έργου τους, κρίνονται από τον υπουργό που τους ορίζει σε αυτή την επιτροπή. Αρα, οι κρινόμενοι από τον υπουργό είναι συγχρόνως και κρίνοντες στην επιτροπή που ορίζει ο ίδιος.

γ) Για ποιον λόγο δεν ορίζονται ρητές προθεσμίες στην όλη διαδικασία που ακολουθεί η επιτροπή αξιολόγησης αλλά αφήνουν περίεργη ευχέρεια, ώστε να παρατείνεται ή να συντομεύεται αυθαίρετα η διαδικασία επιλογής, καθιστώντας την τελικά αντικείμενο πολιτικής βούλησης του υπουργού;

δ) Γιατί υπάρχουν διαφορετικά μέτρα και σταθμά στους διάφορους πολιτιστικούς οργανισμούς; Γιατί αυτή η διαδικασία με την από τον υπουργό οριζόμενη επιτροπή ίσχυσε έως σήμερα μόνο σε δύο φορείς (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης) και μάλιστα ως αποτέλεσμα απαρέσκειας ενός συγκεκριμένου υπουργού για το έργο των διευθυντών των εν λόγω φορέων, ενώ σε άλλους φορείς ισχύει ακόμη κανονικά ο διορισμός απευθείας από τον υπουργό (Κρατικές Ορχήστρες, Λυρική), και σε κάποιους άλλους (Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) δεν ακολουθήθηκε αυτή η διαδικασία, αλλά υπήρξε αυτόματη ανανέωση της θητείας του διευθυντή; Γιατί σε μερικούς φορείς ισχύει το προηγούμενο status (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών) ενώ σε άλλους υπήρξε η απόφαση για διαγωνισμό πλήρωσης της θέσης του διευθυντή αλλά συγχρόνως ζητήθηκε από τους νυν διευθυντές να παραμείνουν στις θέσεις τους (Φεστιβάλ Αθηνών και Εθνικό Θέατρο);

Είναι αυτό στρατηγικός σχεδιασμός και χάραξη συνολικής και συνεπούς πολιτιστικής πολιτικής; Φοβούμαι πως όχι. Είναι απλά μια φενάκη, όπου ο υπουργός εξακολουθεί να έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο στην επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή αλλά συγκαλυμμένα, δηλαδή με τη διάνθιση της απόφασής του από μια επιτροπή που ίδιος ορίζει και μπορεί να ελέγχει ανά πάσα στιγμή.

Επιπλέον, υπάρχουν και πολλά άλλα που αφορούν την αξιολόγηση των τυπικών προσόντων και της συνέντευξης του υποψηφίου. Ετσι, βλέπουμε η συνέντευξη του υποψηφίου στην ορισθείσα επιτροπή να μπορεί να αξιολογείται με έως και 500 μόρια, η άριστη γνώση αγγλικής γλώσσας (υποχρεωτικό προσόν), καθώς και τριών άλλων βασικών γλωσσών με συνολικά 160 μόρια, τη στιγμή που ο βασικός τίτλος σε μουσικές σπουδές λαμβάνει μόλις 100 μόρια, ενώ η καλλιτεχνική πορεία του υποψήφιου διευθυντή μετρείται με τη «μεζούρα» αριθμού μορίων ανά χρόνο, έτσι ώστε κάποιοι υπερήλικες υποψήφιοι να προτιμώνται έναντι των νεοτέρων, ακόμη και αν οι νεότεροι έχουν να επιδείξουν ενδεχομένως πολύ σημαντικότερα καλλιτεχνικά επιτεύγματα στη χρονικά συντομότερη πορεία τους. Και, δυστυχώς, καμία νύξη δεν γίνεται για το πώς αποτιμάται η σταδιοδρομία, έτσι ώστε π.χ. η σύμπραξη με μια γνωστή ορχήστρα του εξωτερικού να επιφέρει στην πράξη τα ίδια μόρια που επιφέρει η σύμπραξη με μια ερασιτεχνική ορχήστρα κάποιας κωμόπολης.

Η πραγματικότητα

Στις θέσεις των διευθυντών των μεγάλων πολιτιστικών οργανισμών έχουν υπηρετήσει σπουδαίες προσωπικότητες. Μερικοί μάλιστα εξ αυτών υπηρετούν επί δεκαετία ή δεκαετίες (Μουσείο Ακρόπολης, Εθνική Πινακοθήκη). Ολοι αυτοί ορίστηκαν κάποτε από υπουργό Πολιτισμού και αυτός, όχι άλλος, είχε την ευθύνη ορισμού τους. Μπορεί ο υπουργός να λαμβάνει υπόψη –και είναι σύνηθες και θεμιτό– τη γνώμη των συμβούλων και των εισηγητών του, αλλά, στο τέλος, αυτός θα κριθεί για την επιλογή ενός καλλιτεχνικού διευθυντή.

Η θέσπιση μιας διαδικασίας επιλογής καλλιτεχνικού διευθυντή με απλή υπουργική απόφαση και από υπουργό οριζόμενη επιτροπή ενέχει όμως και πολλά άλλα προβλήματα. Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα ογδόντα εκατομμυρίων, όπως π.χ. η Γερμανία, αλλά μια μικρή χώρα. Και μάλιστα με δυσανάλογα μικρότερο αριθμό κρατικών πολιτιστικών οργανισμών σε σχέση με τις χώρες με μεγάλη παράδοση σε τέτοια θέματα. Συνεπακόλουθα και ο αριθμός των ανθρώπων του καλλιτεχνικού κόσμου είναι πολύ μικρότερος. Αναγκαστικά, λοιπόν, δεν μπορεί να αποφευχθεί μια «καλλιτεχνική διαπλοκή» μεταξύ των κρινόντων και των κρινομένων –σχεδόν όλοι γνωρίζονται προσωπικά με όλους– σε αυτή τη μικρή καλλιτεχνική «αγορά». Επιπλέον, κάποιοι, εξ αντικειμένου, δεν είναι σε θέση να κρίνουν καλλιτεχνικές προσωπικότητες μεγάλου βεληνεκούς. Ακόμη, δεν μπορεί να αποφευχθεί και η εμπλοκή στη διαδικασία παραγοντίσκων, οι οποίοι, με όχημα συνήθως τον συνδικαλισμό και τη διαστρέβλωση του ιερού σκοπού του, μπορούν να παρεισφρέουν στις διαδικασίες έμμεσα ή άμεσα. Πιστεύω πως η επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή είναι μία από τις μέγιστες ευθύνες του ίδιου του υπουργού Πολιτισμού.

Η πρότασή μου

Αν, παρά ταύτα, προκρίνεται η θεσμοθέτηση μιας διαδικασίας επιλογής διευθυντή με διαγωνισμό, αυτός θα πρέπει:

α) Να προετοιμαστεί με θεσμικά κριτήρια και να έχει ισχύ νόμου του κράτους και όχι υπουργικής απόφασης.

β) Να ισχύει απαρεγκλίτως για όλους τους εποπτευόμενους φορείς.

γ) Να μην εξαρτάται από τη βούληση του ενός, του εν ενεργεία υπουργού.

δ) Να έχει –και αυτό μπορεί να το διασφαλίσει ο νόμος– πιο απομακρυσμένο χρονικό ορίζοντα, άσχετο από τις διαθέσεις του εν ενεργεία υπουργού, και να μην επηρεάζεται από υπουργικές αλλαγές.

ε) Να ορίζει με ακρίβεια την ποσόστωση των ιδιοτήτων για τα πρόσωπα που μετέχουν στην επιτροπή αξιολόγησης-επιλογής διευθυντή.

στ) Να έχει πρόβλεψη για το μεταβατικό διάστημα, ώστε να μη μένει ακέφαλος ο οργανισμός, καθώς και να προβλέπει χρονικό ορίζοντα στην αποχώρηση του παρόντος διευθυντή (όχι το «φύγε τώρα, δεν σε θέλω») και συνύπαρξή του για ένα ικανό χρονικό διάστημα με τον επιλεγέντα και προαλειφόμενο διευθυντή (πάγια τακτική στο εξωτερικό).

ζ) Να σέβεται την ολοκλήρωση της θητείας και να κρίνει τον κάθε διευθυντή στο τέλος αυτής.

η) Να προβλέψει ανάλογες νομοθετικές ρυθμίσεις και για τα διοικητικά συμβούλια των εποπτευόμενων φορέων.

Ο αείμνηστος Θεόδωρος Αντωνίου μού ανέφερε κάποτε την ακόλουθη ρήση του Μάνου Χατζιδάκι: «Ονειρεύομαι τη μέρα που θα δω έναν εμπνευσμένο υπουργό Πολιτισμού». Θα διαφωνήσω λίγο: υπήρξαν και εμπνευσμένοι υπουργοί Πολιτισμού. Αλλά μια κυβέρνηση οφείλει, από την αρχή της θητείας της, να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα το θέμα του στρατηγικού σχεδιασμού και της συνολικής πολιτιστικής πολιτικής για τους εποπτευόμενους φορείς και να δώσει οραματικές λύσεις με εμπνευσμένο και όχι μικροπολιτικό τρόπο. Διαφορετικά, θα έχουμε… καλλιτεχνικούς υπουργούς και υπουργικούς διευθυντές.

* Ο κ. Μύρων Μιχαηλίδης είναι αρχιμουσικός, πτυχιούχος Νομικής, γενικός μουσικός διευθυντής της Οπερας και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Ερφούρτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πολιτιστικού και Συνεδριακού Κέντρου Κρήτης.