ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αναζητώντας το σπίτι της γιαγιάς, στα Πριγκηπόννησα του Μαρμαρά

anazitontas-to-spiti-tis-giagias-sta-prigkiponnisa-toy-marmara-2339782

Πριν από μερικές ημέρες, κατά την αναχώρησή μου από το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, συνάντησα τη φίλη Αμαλία Ζέππου. Είχαμε γνωριστεί κατά την πολύ επιτυχημένη θητεία της ως αντιδημάρχου της Κοινωνίας των Πολιτών, στην περασμένη δημοτική αρχή. Ηταν ενθουσιασμένη και συγκινημένη που στη διάρκεια της ολιγοήμερης παραμονής της στην Πόλη ανακάλυψε το σπίτι της γιαγιάς της στα Πριγκηπόννησα, στον Μαρμαρά. Πήρα το θάρρος και της ζήτησα να γράψει λίγα λόγια για το ταξίδι τής αναζήτησης. Μου έκανε το χατίρι. Ιδού:

anazitontas-to-spiti-tis-giagias-sta-prigkiponnisa-toy-marmara0
Το παλιό ρωμέικο πατρογονικό σπίτι, στο νησί.

«Σε μια φωτογραφία της γιαγιάς μου, Χαρίκλειας, φαίνεται ως νέα κοπέλα να χαμογελάει μπροστά σε ορτανσίες με φόντο ένα σπίτι με σκαλιστά ξύλινα μπαλκόνια. Ηξερα ότι ήταν στο νησί της Αντιγόνης, στα Πριγκηπόννησα. Ηξερα ότι η μαμά μου γεννήθηκε εκεί. Και ότι έφυγαν το 1935. Η γιαγιά μου ήταν κάτι σαν άγκυρα της οικογένειας. Ή σαν «καλούμπα» ενός χαρταετού, όπως το περιγράφει για τη δική της γιαγιά η Λευκή Μολφέση στα “Γυάλινα σύνορα”. Ταξιδεύαμε και ξενιτευόμασταν λόγω διπλωματικού επαγγέλματος του μπαμπά μου, χωρίς δικό μας σπίτι στην Αθήνα, και εκείνη έμενε σταθερή στη βάση, ενώ εμάς μας παρέσερνε ο αέρας σε άγνωστα μέρη, σε άγνωστες γλώσσες, σε καινούργιες πόλεις, στις οποίες ποτέ δεν εντασσόμασταν εντελώς. Η γιαγιά μου ζούσε για να μας περιμένει. Φορούσε μια ρόμπα εμπριμέ με κουμπάκια, καθόταν στην πόρτα και περίμενε να έρθουμε να φάμε.

anazitontas-to-spiti-tis-giagias-sta-prigkiponnisa-toy-marmara2
Η Αμαλία Ζέππου μπροστά στην καγκελόπορτα.

Είχα επισκεφθεί παλιότερα την Κωνσταντινούπολη, αλλά ανάμεσα στα πολλά ταξίδια της δικής μου ζωής δεν είχα νιώσει την ανάγκη να τεκμηριώσω άλλο ένα οικογενειακό ξερίζωμα. Στην Αντιγόνη μας υποδέχθηκε ένας παλιός κάτοικος, φίλος φίλου. Ηξερε τα πάντα για την ιστορία του νησιού και μας πήγε κατευθείαν στον δρόμο όπου βρίσκεται ακόμα το σπίτι στο οποίο έμεινε νιόπαντρη η γιαγιά μου. Ηταν κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είναι ένα μεγάλο, ξύλινο σπίτι με τρία-τέσσερα πατώματα. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες το έχουν στολίσει με καγκελάκια και ψεύτικα ζωάκια στον κήπο, ενώ το γέμισαν με παρτέρια γκαζόν.

Ο προπαππούς μου λεγόταν Γιώργος Δημητρακόπουλος και στην καγκελόπορτα γράφει 1915, το έτος που έκτισε το σπίτι. Η Αντιγόνη με έκανε να νιώσω τρομερά οικεία, το σπίτι αυτό δεν με έκανε να λυπηθώ ή να στενοχωρηθώ που όλα, που πράγματι όλα, χάθηκαν. Χάρη στη ζεστή φιλοξενία και στον γνώριμο κοσμοπολιτισμό του νησιού, αισθάνθηκα πώς φτιάχτηκε αυτή η αιωνόβια συνύπαρξη κοινοτήτων: Ρωμιοί, Ιταλοί, Εβραίοι, Τούρκοι έζησαν σε μια σπάνια αρμονία μειονοτήτων και ντόπιων», έγραψε η φίλη για την επιστροφή στα πάτρια χώματα. Ευχαριστίες.