ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η χούντα του Ιωαννίδη και η Τουρκία

gkka_30_0311_page_1_image_0001

Ο τελευταίος δικτάτορας, ο διοικητής της ΕΣΑ, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, δεν ανέλαβε κάποιο πολιτικό αξίωμα. Προτίμησε να κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο, επιλογή που του χάρισε το προσωνύμιο του «αόρατου δικτάτορα». Σχηματίστηκε κυβέρνηση ανδρεικέλων, με πρωθυπουργό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο.

Εκτεταμένες αλλαγές επήλθαν και στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων. Η μετάλλαξη του χουντικού καθεστώτος συνδυάστηκε με την ενίσχυση των καταπιεστικών μέτρων στο εσωτερικό.

Στο διεθνές πεδίο, σηματοδότησε την επιδείνωση της διπλωματικής απομόνωσης της Ελλάδας, η οποία είχε δρομολογηθεί ήδη από την επαύριον του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Η παράμετρος αυτή ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, διότι η εγκαθίδρυση της νέας μορφής της δικτατορίας έγινε σε μια περίοδο μεγάλης διεθνούς ρευστότητας, που επηρέαζε άμεσα τον ευρύτερο ελληνικό περίγυρο: είχε προηγηθεί τον Οκτώβριο του 1973 ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος, ενώ ταυτόχρονα εκδηλώθηκε η πετρελαϊκή κρίση, η οποία έπληξε σημαντικά την παγκόσμια οικονομία.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έμελλε να επιδεινωθούν άμεσα και ραγδαία. Το χρονίζον πρόβλημα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ήταν το Κυπριακό. Στη συγκυρία του 1973, προοπτική συνεννόησης ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αγκυρα για τη συνολική διευθέτηση του ζητήματος δεν υπήρχε. Η ελληνική στρατιωτική, και κατ’ επέκταση διαπραγματευτική, θέση είχε επιδεινωθεί από το φθινόπωρο του 1967, όταν η χούντα είχε εξαναγκαστεί, υποχωρώντας άτακτα υπό το βάρος της τουρκικής απειλής πολέμου, να αποσύρει την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία δεν φαινόταν πια διατεθειμένη να αποδεχθεί οποιαδήποτε λύση δεν θα άφηνε ανοιχτή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την πιθανότητα διχοτόμησης του νησιού. Η διεθνής ανυποληψία της Ελλάδας διευκόλυνε τα τουρκικά σχέδια.

Πλήρης αποσάθρωση της άμυνας της χώρας

Η πλάστιγγα έγερνε προς την πλευρά της Τουρκίας εξαιτίας και της γενικότερης μείωσης του αξιόμαχου των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, απότοκη της ανώμαλης κατάστασης διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας από τον Απρίλιο του 1967. Στον φραξιονισμό, τις εσωτερικές έριδες και την καταβαράθρωση του γοήτρου του στρατεύματος αλλά και του ηθικού ιδίως των κληρωτών, προστέθηκαν οι εκτεταμένες εκκαθαρίσεις ανώτατων στελεχών, στις οποίες προχώρησε το καθεστώς Ιωαννίδη.

Η υπερεθνικιστική ρητορεία της νέας χούντας και η ασυγκράτητη (αλλά απολύτως αθεμελίωτη) αισιοδοξία ότι, σε περίπτωση σύρραξης με την Τουρκία, τα ελληνικά άρματα θα έφταναν έως την Κωνσταντινούπολη, απείχαν παρασάγγας από τη ζοφερή πραγματικότητα. Τον Φεβρουάριο του 1974, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα Χένρι Τάσκα, σε τηλεγράφημα που απέστειλε προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, επισήμαινε την απειρία των περισσότερων από τους αξιωματικούς που βρίσκονταν σε επιτελικές θέσεις ευθύνης: «Ολοι οι αντιστράτηγοι, το ογδόντα τοις εκατό των υποστράτηγων, όλοι οι ταξίαρχοι, και το ογδόντα τοις εκατό των συνταγματαρχών του Ελληνικού Στρατού βρίσκονται στον τωρινό βαθμό τους το πολύ έξι μήνες. Εννέα από τους δέκα κορυφαίους διοικητές του Στρατού έχουν αλλάξει τρία πόστα τους τελευταίους εννέα μήνες· ο δέκατος έχει αλλάξει δύο».

i-choynta-toy-ioannidi-kai-i-toyrkia0
Ο Δημ. Ιωαννίδης (αριστερά) εκτίμησε λάθος τόσο τις στρατιωτικές δυνατότητες της Ελλάδας όσο και τις διεκδικήσεις της Τουρκίας του Ετσεβίτ (δεξιά).

Εξίσου απογοητευτική, σύμφωνα με τον Τάσκα, ήταν η κατάσταση στο Πολεμικό Ναυτικό και στην Πολεμική Αεροπορία: τη μαχητική ικανότητα του Ναυτικού χαρακτήριζε ως «αμφισβητούμενη», ενώ ως προς την Αεροπορία υπογράμμιζε την έλλειψη έμπειρων και ικανών αξιωματικών που θα μπορούσαν να ασκήσουν «αποτελεσματική διοίκηση στο τακτικό/επιχειρησιακό επίπεδο».

Η Αγκυρα θέτει θέμα καθεστώτος Αιγαίου

Η Αγκυρα επέλεξε να κλιμακώσει την ένταση στις διμερείς σχέσεις, εγείροντας για πρώτη φορά ζητήματα ως προς το καθεστώς του Αιγαίου. Το φθινόπωρο του 1973 άρχισαν να κυκλοφορούν ευρέως φήμες για την ύπαρξη μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου στην περιοχή της Θάσου. Τον Φεβρουάριο του 1974 η Αθήνα προχώρησε σε επίσημες ανακοινώσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι επρόκειτο για ανακάλυψη τεράστιας σημασίας.

Μέσα στις συνθήκες της παγκόσμιας πετρελαϊκής κρίσης, η Τουρκία αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά, προσπαθώντας να αποτρέψει τυχόν ελληνικές έρευνες σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Τον Μάρτιο του 1974 η τουρκική πολεμική αεροπορία ξεκίνησε τις πρώτες μαζικές παραβιάσεις του εναέριου χώρου των ελληνικών νησιών του Αρχιπελάγους.

Το γεγονός ότι στο τέλος του 1973 ξεκίνησαν οι εργασίες της Τρίτης Συνδιάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την τουρκική τάση άσκησης πιέσεων εις βάρος της αποδυναμωμένης Ελλάδας. Δύο από τα σημαντικότερα θέματα που περιλαμβάνονταν στην ατζέντα των συζητήσεων της Συνδιάσκεψης ήταν εκείνα του προσδιορισμού του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης και της υφαλοκρηπίδας. Η Αγκυρα διεμήνυσε ότι δεν αναγνώριζε την ύπαρξη υφαλοκρηπίδας των ελληνικών νησιών του Αιγαίου, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι θα αντιδρούσε δυναμικά σε πιθανή μελλοντική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο γινόταν δεκτό ως γενικός κανόνας από τη Συνδιάσκεψη.

Προκειμένου να δημιουργήσει τετελεσμένα, την 1η Νοεμβρίου 1973 η τουρκική κυβέρνηση είχε ήδη προχωρήσει στην εκχώρηση αδειών στην κρατική τουρκική εταιρεία πετρελαίου TPAO για τη διεξαγωγή ερευνών και για την εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές που βρίσκονταν ακόμα και δυτικά των ελληνικών νησιών του Βορείου Αιγαίου.

Η βεντάλια των διεκδικήσεων διευρύνεται

Στις αρχές Μαΐου του 1974, η τουρκική κυβέρνηση απέστειλε στην ελληνική αναλυτικό κατάλογο με τα εκκρεμή θέματα που, κατά την τουρκική άποψη, έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης. Εκτός από αιτιάσεις για τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα, ο κατάλογος περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την «τουρκική μειονότητα» (όπως χαρακτηριζόταν στο τουρκικό έγγραφο) της Δυτικής Θράκης, την «τουρκική μειονότητα» (όπως επίσης αναφερόταν στο ίδιο έγγραφο) της Δωδεκανήσου και τη μη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις διεθνείς της υποχρεώσεις για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου που βρίσκονταν απέναντι από τις μικρασιατικές ακτές.

Ανοίγοντας τη βεντάλια των διεκδικήσεων, η Αγκυρα προφανώς φιλοδοξούσε να φέρει σε όσο το δυνατόν δυσχερέστερη διαπραγματευτική θέση την Αθήνα. Η απάντηση που δόθηκε από ελληνικής πλευράς στο τέλος Μαΐου ήταν ενδεικτική της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η ελληνική εξωτερική πολιτική έπειτα από επτά χρόνια δικτατορίας: η χουντική κυβέρνηση απέρριπτε τη συζήτηση μόνο των θεμάτων της «τουρκικής μειονότητας» της Δωδεκανήσου και της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών· με αυτόν τον τρόπο, άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης των υπόλοιπων, αποδεχόμενη εμμέσως αφενός την ύπαρξη ζητήματος ως προς τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα, αφετέρου τον χαρακτηρισμό της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης ως «τουρκικής».

i-choynta-toy-ioannidi-kai-i-toyrkia1
1.11.1973. Χάρτης όπου απεικονίζονται οι περιοχές στις οποίες η Αγκυρα εκχωρεί στην κρατική τουρκική εταιρεία πετρελαίου άδειες έρευνας για εντοπισμό πετρελαίου και οι οποίες βρίσκονται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Ταυτόχρονα, η Αθήνα υπέβαλε στην Αγκυρα δικό της κατάλογο με ζητήματα προς διαπραγμάτευση: σε αυτά συμπεριλαμβάνονταν ρητά α) η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (επομένως έτσι καθιστούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης ένα μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας), β) επεισόδια που συνέβαιναν στα χωρικά ύδατα και στον εναέριο χώρο της Ελλάδας, και γ) θέματα μειονοτικού ενδιαφέροντος.

H τουρκική κυβέρνηση απέρριψε συνολικά τον ελληνικό κατάλογο. Ταυτόχρονα, στα τέλη Μαΐου του 1974, το τουρκικό ωκεανογραφικό σκάφος «Τσανταρλί», συνοδευόμενο από 32 πολεμικά πλοία, εξήλθε για έρευνες στο Αιγαίο. Το «Τσανταρλί» παρέμεινε τελικά εντός των τουρκικών χωρικών υδάτων και δεν παραβίασε ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Ηταν, όμως, η πρώτη φορά που η Τουρκία προχωρούσε σε ανάλογο εγχείρημα. Η Αγκυρα επιδίωκε να δημιουργεί σκηνικό έντασης και να δοκιμάζει τις αντοχές και τα αντανακλαστικά της χουντικής ελληνικής κυβέρνησης.

Την ίδια ώρα, το καθεστώς Ιωαννίδη μεθόδευε την ανατροπή του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η συνάντηση του Ανδρουτσόπουλου με τον Τούρκο ομόλογό του Μπουλέντ Ετσεβίτ στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουνίου, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ, κάθε άλλο παρά βοήθησε στην αποφόρτιση της έντασης. Χωρίς πραγματική εξουσία στα χέρια του, ο Ανδρουτσόπουλος αδυνατούσε να αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση δίχως την προηγούμενη έγκριση από τον Ιωαννίδη. Από αυτή την άποψη, η συνάντηση κατέληξε σε πλήρη αποτυχία και κατέδειξε τη σύγχυση και τον ερασιτεχνισμό που επικρατούσαν στην Αθήνα.

Ο Αβέρωφ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου

Την ανικανότητα της χούντας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ολοένα διευρυνόμενη τουρκική απειλή είχε επισημάνει έγκαιρα, σε δραματικούς, αλλά σκληρά ρεαλιστικούς τόνους, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας σε επιστολή που απέστειλε στις 19 Απριλίου 1974 στον «πρόεδρο της Δημοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη. Μακράν πιο έμπειρος και ικανότερος από τους ιθύνοντες του χουντικού καθεστώτος, προειδοποιούσε για τους μεγάλους κινδύνους που συνεπαγόταν η αλλοπρόσαλλη τακτική του καθεστώτος Ιωαννίδη, το οποίο καλλιεργούσε συστηματικά στην ελληνική κοινή γνώμη την εντελώς ανερμάτιστη πεποίθηση ότι μπορούσε να επιβάλει με τρόπο δυναμικό τη θέλησή του επί της τουρκικής πλευράς.

i-choynta-toy-ioannidi-kai-i-toyrkia2
Οι προειδοποιήσεις Αβέρωφ επαληθεύθηκαν με τραγικό τρόπο λίγους μήνες αργότερα.

Ο Αβέρωφ εκτιμούσε ότι η Τουρκία δεν θα μείωνε, αλλά αντίθετα θα αύξανε τις απαιτήσεις της σε όλα τα μέτωπα, ιδίως όταν απέναντί της είχε μια κυβέρνηση που προφανώς ήταν σε πλήρη δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα. Υπό τις συνθήκες, εξάλλου, που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, έχοντας δεχθεί ανεπανόρθωτα πλήγματα από τις μαζικές αποστρατείες και με το κύρος τους καταρρακωμένο στο εσωτερικό λόγω της επτάχρονης εκτροπής από τη δημοκρατική νομιμότητα, ο ίδιος όχι μόνο απέκλειε την αίσια για την Ελλάδα έκβαση ενός ενδεχόμενου πολέμου με την Τουρκία, αλλά αμφέβαλλε ακόμα και για την ικανότητα της κυβέρνησης να φέρει εις πέρας με επιτυχία έστω την επιστράτευση που θα ήταν απαραίτητη σε συνθήκες ένοπλης αναμέτρησης. Τρεις μήνες αργότερα, όταν οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία που δημιούργησε το πραξικόπημα της χούντας εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, εισέβαλαν στην Κύπρο, οι προβλέψεις του Αβέρωφ επιβεβαιώθηκαν, με τρόπο τραγικό, μέχρι κεραίας.

* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ