ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το δίλημμα του πολιτικού ασύλου

Δεν πρόκειται για πολιτικούς πρόσφυγες, ήταν η πρώτη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Χρ. Πρωτόπαπα, αναφερόμενος στους 714 απελπισμένους ανθρώπους, που ξέβρασε στη Ζάκυνθο η φουρτουνιασμένη θάλασσα της παγκόσμιας ανισότητας και βίας. Ετσι, «με το μάτι» και από μακριά αντιμετωπίζεται το ερώτημα του πολιτικού ασύλου στη χώρα μας. Ούτε οι μετέπειτα δηλώσεις περί εξέτασης αιτήσεων πολιτικού ασύλου ακούγονται αισιόδοξες, με βάση τα μέχρι τώρα πεπραγμένα της κυβέρνησης. Μόνο δέκα Αφγανοί αναγνωρίστηκαν ως πολιτικοί πρόσφυγες μέσα στο 2001, ενώ την ίδια χρονιά αιτήθηκαν 833 για πολιτικό άσυλο!

Δυστυχώς η Ελλάδα δεν πρωτοτυπεί. Η Αυστραλία δεν δέχτηκε το καράβι με τους Αφγανούς πρόσφυγες, η Βρετανία υψώνει ένα νέο «τείχος του αίσχους» στο τούνελ του Καλέ, ενώ το τελευταίο «Νιούσγουικ» κυκλοφορεί με αφιέρωμα στο «Οχυρό Αμερική» με σύμβολο ένα τεράστιο λουκέτο. Σε όλο τον κόσμο οι πολιτικοί πρόσφυγες έχουν τεθεί υπό διωγμόν, αυτή τη φορά, από τις χώρες που θα τους παρείχαν καταφύγιο. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συζητά τον περιορισμό των χορηγήσεων πολιτικού ασύλου, θέτοντας ως προϋπόθεση το να μην κατηγορούνται οι αιτούντες ως τρομοκράτες. Από ποιον; Από τη χώρα που διώκονται! Φυσικά κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολύ απλά την οριστική κατάργηση του πολιτικού ασύλου (έννοιας ιερής, που έπαιξε τεράστιο ρόλο για την ανάπτυξη των ιδεών, των πολιτικών και της ίδιας της ανθρωπότητας), αφού κάθε αυταρχικό καθεστώς κατηγορεί για τρομοκρατία τους αντιπάλους του. Η Ευρωπαϊκή Ενωση συζητά ντιρεκτίβα για πιο αυστηρές διατάξεις στη διαδικασία χορηγήσεων, έτσι ώστε να αποθαρρύνονται οι διωκόμενοι, ενώ πυκνώνουν οι κυβερνήσεις που ζητούν αναθεώρηση της Συνθήκης της Γενεύης του 1951, η οποία ορίζει τα δικαιώματα των προσφύγων. Οι τάσεις αυτές, αν και είχαν εκδηλωθεί πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, επιταχύνθηκαν στη συνέχεια, με κίνδυνο να συμπεριληφθεί και το πολιτικό άσυλο στους… αγνοούμενους του Μανχάταν. Ηδη, μέσα στο κλίμα τρομο-υστερίας, μετανάστες και πρόσφυγες θεωρούνται υποψήφιοι τρομοκράτες.

Οι λόγοι αυτής της εκστρατείας βρίσκονται αφενός στην προσπάθεια περιορισμού της μετανάστευσης (αν και οι αιτούντες πολιτικό άσυλο είναι μικρό ποσοστό του συνόλου των μεταναστών), αφετέρου στη τάση ομογενοποίησης του παγκόσμιου συστήματος πολιτικής κυριαρχίας και δικαιικής εφαρμογής, που απειλεί όμως με στραγγαλισμό δημοκρατικά δικαιώματα, ειδικά των ατόμων που ζουν σε αυταρχικά καθεστώτα.

Ετσι κι αλλιώς, μέχρι τώρα οι αρχές των δυτικών χωρών δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν για υπερβολικές χορηγήσεις πολιτικού ασύλου. Λιγότερο από το 8% των αιτούντων σε χώρες-μέλη της Ε.Ε. (24.712 στους 312.161) πήρε πολιτικό άσυλο το 1999. Η Ελλάδα είναι από τους ουραγούς, αφού τα τελευταία έξι χρόνια έχει δεχτεί 14.674 αιτήσεις και έχει αναγνωρίσει μόλις 848 άτομα, ποσοστό 5,8%. Μάλιστα, ο πολύ μικρός αριθμός αιτήσεων -σε σχέση με άλλες χώρες και με το σύνολο των μεταναστών στη χώρα μας-, αποκαλύπτει και τα εμπόδια που τίθενται στην πράξη στους αλλοδαπούς, έτσι ώστε, να μην καταθέσουν αίτηση χορήγησης πολιτικού ασύλου, αφού στην περίπτωση αυτή απαγορεύεται από τη Συνθήκη της Γενεύης το βάρβαρο μέτρο της βίαιης «επαναπροώθησης».

Στην ουσία, η Συνθήκη της Γενεύης χρειάζεται αναθεώρηση, αλλά για να διευρυνθεί η έννοια του πολιτικού πρόσφυγα. Στις σημερινές, πολύ διαφορετικές από το 1951 συνθήκες, η απειλή στη ζωή ενός πολίτη δεν προέρχεται μόνο από δικτατορικά καθεστώτα, αλλά και από χώρες που τυπικά είναι δημοκρατίες, αλλά στην πράξη καταδιώκουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Η Τουρκία με τον ανηλεή πόλεμο στους Κούρδους και στους αριστερούς Τούρκους (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα… ματωμένα «Λευκά Κελλιά» της) και το Ισραήλ με το καθεστώς απαρτχάιντ εναντίον των Παλαιστινίων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ταυτόχρονα δεν αποτελούν πλέον απειλή μόνο αυταρχικά κράτη (όπως το Ιράκ εναντίον των Κούρδων και όλων των αντιφρονούντων), αλλά και μη κρατικές οντότητες, όπως παραστρατιωτικές συμμορίες, εμφύλιοι φυλών ή και εθνοτήτων, μη συμβατικοί και ακήρυχτοι πόλεμοι, στρατοί εμπόρων ναρκωτικών και άλλων λαθρεμπόρων. Αυτές οι καταστάσεις δεν αποτελούν πια εξαίρεση αλλά κανόνας για ευρύτερες περιοχές, όπως στην υποσαχάρια Αφρική (κυρίως), στην Ασία, στη Λατινική Αμερική. Οι κυνηγημένοι από τέτοιες καταστάσεις δεν είναι οικονομικοί μετανάστες. Είναι πρόσφυγες. Το καθεστώς στο οποίο πρέπει να εντάσσονται συνολικά είναι αντικείμενο διαλόγου. Μεγάλο τους τμήμα πάντως ανήκουν στην κατηγορία των πολιτικών προσφύγων. Αυτή η αντίληψη κυριαρχεί στη στάση της βρετανικής δικαιοσύνης -και έχει τεθεί σε αμφισβήτηση υπό το βάρος των τελευταίων εξελίξεων-, ενώ έχει υποστηρικτές σε μια σειρά χώρες, όπως η Γερμανία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, τη δεκαετία του ’80 οι αιτούντες πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα προέρχονταν κυρίως από την Τουρκία, την Πολωνία, το Ιράν, την Αιθιοπία. Από το 1992 οι περισσότεροι προέρχονται από το Ιράκ, το Ιράν, την Τουρκία και σε μικρότερη κλίμακα από τη Γιουγκοσλαβία. Το 1998-99 αυξήθηκαν οι αιτήσεις από το Αφγανιστάν και τη Σιέρρα Λεόνε.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι σε ελάχιστους από αυτούς θα χορηγηθεί πολιτικό άσυλο και κάποιοι άλλοι θα επαναπροωθηθούν στη χώρα προέλευσή τους, τουλάχιστον όσον αφορά τη Βουλγαρία και την Αλβανία που έχουν ήδη υπογραφεί σχετικές συμφωνίες. Σημαντική, βεβαίως, θεωρείται η συμφωνία που υπογράφτηκε προχθές και με την Τουρκία, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών που φτάνουν στα νησιά, προέρχεται από τη γείτονα χώρα.