ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Φ. Ουγγρίνης: Η λειτουργία της αστυνομίας

31police-thu

«Γιατί τρέχατε, κύριε;» Πιστεύω ότι οι περισσότεροι οδηγοί έχουν δεχθεί αυτό ή κάποιο παρόμοιο ερώτημα, ελεγχόμενοι ύστερα από τροχαία παράβαση. Δεν ξέρω αν ακολουθείται η ίδια πρακτική από συναδέλφους των Ελλήνων τροχονόμων στην Εσπερία. Αυτό που ξέρω είναι ότι κατόπιν ακολουθεί μια ολιγόλεπτη απολογία του παραβάτη, η οποία ενίοτε εξασφαλίζει επιβολή επιεικέστερου διοικητικού προστίμου, κάτι που βέβαια δεν συμβαίνει αν ο οδηγός φανεί αγενής, εχθρικός. Σκέφτομαι ότι ανάλογη συμπεριφορά δικαστή επιδεικνύουν ενίοτε και στελέχη των ΜΑΤ όταν γίνονται αυτόπτες μάρτυρες τέλεσης παράνομων πράξεων, βομβαρδιζόμενοι από φονικές μολότοφ, κουρσούμια και μάρμαρα. Σε κάποιες περιπτώσεις ακινητοποίησης ατόμων με συμμετοχή στα επεισόδια υποθέτω πως συμπεριφέρονται όπως οι τροχονόμοι απέναντι στους αγενείς, με την επιβαλλόμενη ποινή όμως να μην είναι χρηματική. Πολλοί θα πείτε –ορθώς– ότι αυτή η στάση είναι αδικαιολόγητη, θυμίζοντας ότι για τα ποινικά αδικήματα αποφασίζουν δικαστές κι όχι αστυνομικοί, ότι τέλος πάντων δεν ζούμε στον δυστοπικό κόσμο του δικαστή Ντρεντ.

Το δυστύχημα είναι ότι με πρόσχημα την πολυετή ατιμωρησία των μπαχαλάκηδων έχουν επιδειχθεί σποραδικά φαινόμενα αυτοδικίας από ένα –στατιστικά απροσδιόριστο– τμήμα του προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ. και φυσικά δεν αναφέρομαι σε ενέργειες απολύτως απαραίτητες για την καταστολή βίαιης αντίστασης ύστερα από σύλληψη. Κατά καιρούς, άτομα που βρίσκονται στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή τις τρώνε για λόγους «παιδαγωγικούς», για να το θυμούνται αν κάποτε τύχει να ξαναβρεθούν απέναντι στις μονάδες τήρησης της τάξης. Με όσα γράφω δεν θέλω να δικαιολογήσω, θέλω μόνο να αιτιολογήσω σε ένα βαθμό τα πολυσυζητημένα κρούσματα των τελευταίων μηνών.

Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, όμως καταγγέλλεται ατελέσφορα, με όρους δεκαετίας ’70, με επιπόλαια συνθήματα που πλέον εκφράζουν ένα μικροσκοπικό κομμάτι της κοινωνίας. Οι Ελληνες «μπάτσοι» ισορροπούν καθημερινά σε μια γκρίζα ζώνη, ανάμεσα στα αντιφατικά «πρέπει» και «θέλω» διάφορων κοινωνικών συνιστωσών, όπου καλούνται για τα ίδια ακριβώς παραπτώματα να εμφανίζονται άλλοτε αυστηροί κι άλλοτε αδιάφοροι. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι συχνά παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα, αδιαφορία για την αποστολή τους ή απλώς ψυχρό κυνισμό. Η επιβολή της νομιμότητας πρέπει να είναι αποδεκτή από όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, να μην καταδικάζεται τυφλά, να μην επευφημείται ρεβανσιστικά και να βρίσκεται πάντα μέσα σε θεσμικά πλαίσια.

Από το 1974 η Ελλάδα δεν έχει αστυνομοκρατούμενο καθεστώς, αντίθετα σήμερα υποφέρει από το κοινό έγκλημα, με θύματά του τα πλατιά λαϊκά στρώματα, εις βάρος της κοινωνικής συνοχής. Η λειτουργία της αστυνομίας είναι απολύτως αναγκαίο να στραφεί προς αυτή την απειλή, ελεύθερη από το βάρος της διαρκούς αντιμετώπισης των μπαχαλάκηδων. Το προσωπικό της χρειάζεται καλύτερη εκπαίδευση, ψυχολογική υποστήριξη, σύγχρονα μέσα και το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για να εκτελεί ορθά την κρίσιμη αποστολή του, και αυτό επιβάλλεται να διεκδικούν όσοι δηλώνουν ευαίσθητοι σε περιστατικά αστυνομικής βίας, όχι την απαλλαγή από ανύπαρκτες χούντες. Η αυτοδικία είναι ανεπίτρεπτη σε ένα δυτικό κράτος. Ακόμη και για τους καλοπροαίρετους τροχονόμους.

* Ο κ. Φάνης Ουγγρίνης είναι επιχειρηματίας.