ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εγχώρια εμπόδια στο διεθνές σπριντ των κρασιών μας

shutterstock_248973115

Σοβαρά εμπόδια εκ των έσω έχει να αντιμετωπίσει το ελληνικό κρασί ακριβώς τη στιγμή που βρίσκεται στο απόγειο της καταξίωσής του στο εξωτερικό. Μόλις πριν από δύο μήνες η ιέρεια της κριτικής οίνου, η Βρετανίδα Τζάνσις Ρόμπινσον έγραψε ένα άρθρο όπου εξηγούσε για ποιους λόγους τα ελληνικά κρασιά «αξίζουν περισσότερη αγάπη». «Μόλις τα δοκίμασα, κατάλαβα γιατί οι άνθρωποι στο Λονδίνο κάνουν ουρές όποτε διοργανώνεται γευσιγνωσία ελληνικού κρασιού», υποστηρίζει.

Την ίδια στιγμή, τα κονδύλια για την προώθηση των ελληνικών κρασιών σε τρίτες χώρες και στο εσωτερικό, επιστρέφουν αναξιοποίητα στα ταμεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Και όχι μόνο επιστρέφουν, αλλά χάνονται γιατί πρόκειται για κονδύλια που προέρχονται από τον εθνικό φάκελο ΚΟΑ Οίνου (Κοινή Οργάνωση Αγοράς) που εφόσον δεν απορροφηθούν τη συγκεκριμένη χρονιά, δεν μπορούν να μεταφερθούν στην επόμενη», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου, κ. Γιάννης Βογιατζής. 

Παρόλο που ο κλάδος βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης ειδικά όσον αφορά τις εξαγωγές, τα κονδύλια δεν απορροφώνται, δεδομένου ότι οι όροι που έχουν τεθεί από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ώστε να συμμετάσχει κάποιος στο πρόγραμμα είναι στην πράξη απαγορευτικοί. «Οι προδιαγραφές που έχει βάλει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης στην πράξη είναι ανεφάρμοστες και ακυρώνουν το πρόγραμμα. Λέει για παράδειγμα ότι δεν μπορείς να κάνεις ενέργειες προώθησης στις πόλεις που είχες πάει την προηγούμενη χρονιά. Μα είναι δυνατόν να πας στις ΗΠΑ για να προωθήσεις το ελληνικό κρασί και να μην απευθυνθείς στη Νέα Υόρκη;» αναρωτιέται ο κ. Στέλιος Μπουτάρης, οινοποιός και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, (ΣΕΟ) μιλώντας στην «Κ». Από την πλευρά του, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αποδίδει τους όρους της ΚΥΑ –που έχει εκδοθεί από τον προηγούμενο Μάρτιο– στην προσπάθεια να μη σπαταλώνται κονδύλια και να υπάρχει διαφάνεια. 

Βεβαίως, η ταυτότητα των ελληνικών κρασιών –εκτός από την ποιότητά τους που πλέον είναι αδιαμφισβήτητη– χτίστηκε με μεγάλες προσπάθειες ειδικά την τελευταία δεκαετία. Τα προγράμματα προώθησης που εφαρμόστηκαν στις τρίτες χώρες έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στο να αλλάξει η εικόνα του ελληνικού κρασιού και να αυξηθούν οι εξαγωγές.

Η υπεραξία

Η Ελλάδα (σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ) το 2010 εξήγαγε στις ΗΠΑ 1.836.347 λίτρα κρασί. Το 2018 η ποσότητα ελληνικού κρασιού που φτάνει στις ΗΠΑ αυξήθηκε στα 2.299.932 λίτρα. Ωστόσο, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η αύξηση της μέσης τιμής πώλησης του ελληνικού κρασιού στις ΗΠΑ που δείχνει και την υπεραξία την οποία κερδίζει το ελληνικό κρασί, που βρίσκεται πλέον στην «κάρτα» κάθε εστιατορίου στη Νέα Υόρκη το οποίο θέλει να είναι ενημερωμένο και να ακολουθεί τις τάσεις της εποχής. 

Ετσι, στο ίδιο χρονικό διάστημα, από το 2010 δηλαδή έως το 2018, υπήρξε αύξηση της τιμής του κρασιού της τάξεως του 87% σε αξία και 49,5% της μέσης τιμής ανά λίτρο. Συγκεκριμένα, το ελληνικό κρασί στις ΗΠΑ το 2010 πωλούνταν 3,57 ευρώ το λίτρο και το 2018 έφθασε να πωλείται 5,34 ευρώ το λίτρο. Ετσι, ενώ το 2010 η αξία των ελληνικών εξαγωγών οίνου στις ΗΠΑ ήταν συνολικά 6.554.710 ευρώ, οκτώ χρόνια αργότερα έφτασε τα 12.271.418 ευρώ.

Φυσικά, οι ΗΠΑ αποτελούν την πρώτη αγορά κατανάλωσης οίνου παγκοσμίως. Το 50% του ελληνικού κρασιού που εξάγεται κατευθύνεται στη Γερμανία –κυρίως λόγω της ομογένειας– πρόκειται όμως για κρασί που πωλείται σε χαμηλές τιμές σε γενικές γραμμές. 

Η άγνοια και το «χύμα»

Η κατανάλωση οίνου και εντός Ελλάδας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, γεγονός που αποδίδεται στην άνθιση των wine-bars αλλά και στον τουρισμό. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση οίνου στην Ελλάδα το 2016/2017 έφτασε τα 21,8 λίτρα ετησίως, μία από τις υψηλότερες παγκοσμίως, σύμφωνα με στοιχεία της κλαδικής έρευνας του ΣΕΟ. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι το 60% του κρασιού που πίνεται εντός Ελλάδας παραμένει το παλιό, «καλό χύμα» που διαφημίζουν πολλές ταβέρνες αλλά και εστιατόρια. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, ο μέσος Ελληνας καταναλωτής δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερες γνώσεις γύρω από το κρασί και έτσι παρουσιάζεται απρόθυμος να πληρώσει περισσότερο για να πιει ένα καλύτερο κρασί, θεωρώντας ότι η εμφιάλωση είναι απλώς μάρκετινγκ και δεν έχει σχέση με την ποιότητα.  Επίσης, παρά τις εξελίξεις στο ελληνικό κρασί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, το χύμα αδιευκρίνιστης προέλευσης πωλείται σε πολλούς δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς ως «παραδοσιακό και αυθεντικό».