ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τρία χρόνια χωρίς τη «Μεγάλη Βρεταννία»

Αρχές της δεκαετίας του ’70, καλοκαίρι γύρω στις 11.00 το βράδυ και το δείπνο στο ολοφώτιστο Royal Room της Μεγάλης Βρεταννίας κυλάει ήρεμα. Οι κυρίες ντυμένες με λεπτά μεταξωτά υφάσματα, οι κύριοι με λευκά λινά κουστούμια και γραβάτες μιλούν χαμηλόφωνα, όταν στην πόρτα προβάλλει ένας νέος άνδρας με μυκονιάτικα σανδάλια, σορτσάκι και μισάνοικτο πουκάμισο δεμένο κόμπο στη μέση. Θυμωμένος ο μετρ ντ’ οτέλ, τρέχει να του ανακοινώσει πως δεν μπορεί βεβαίως να περάσει χωρίς σακάκι και γραβάτα. Οι κανόνες είναι αυστηροί και πρέπει να τους σεβαστεί.

Ο συνεπής υπάλληλος δεν έχει αναγνωρίσει στο πρόσωπο του «αναιδούς» τον διάσημο χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ που δουλεύει πυρετωδώς για την παράστασή του στο Ηρώδειο. O τόνος της συνομιλίας φανερώνει πως κανείς από τους δύο δεν είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει. Λίγο πριν από την… καταστροφή εμφανίζεται ο γενικός διευθυντής του ξενοδοχείου κ. Απόστολος Δοξιάδης που προτείνει να στηθεί ένα αξιοπρεπές τραπέζι στον προθάλαμο της κεντρικής τραπεζαρίας για να δειπνήσει ο υψηλός φιλοξενούμενος.

Νέα εποχή

Αυτές τις ημέρες η Μεγάλη Βρεταννία κλείνει προκειμένου να ανακαινιστεί για να υποδεχθεί τις διασημότητες που θα επισκεφθούν την Αθήνα για την 28η Ολυμπιάδα. Μια νέα εποχή αρχίζει για το κτίριο με την πρωτογενή αρχοντιά που δεσπόζει στην κεντρικότερη πλατεία της πόλης.

Μεγάλη Βρεταννία. Σημείο αναφοράς για την νεώτερη και σύγχρονη ιστορία. Σημαντικό δείγμα Γαλλικού Αναγεννησιακού ρυθμού που επέλεξε ο δημιουργός του Θεόφιλος Χάνσεν προκειμένου να το διαφοροποιήσει από τον διάχυτο νεοκλασικισμό της εποχής. Ενα ξενοδοχείο λαμπρό που τα σκαλιά του ανέβηκαν μεγάλοι πολιτικοί, διάσημοι καλλιτέχνες, τροβαδούροι, μαέστροι, αστέρες του Χόλιγουντ, επιχειρηματίες και προσωπικότητες διεθνούς βεληνεκούς. Μία όαση αστικής αισθητικής, η οποία διετέλεσε γέφυρα της Αθήνας με την Ευρώπη επί 158 συναπτά έτη και σήμερα δικαίως θεωρείται σύμβολο της αθηναϊκής εξωστρέφειας.

Η «K» ανέτρεξε στην ιστορία του σημαντικότατου ξενοδοχείου με τη βοήθεια του κ. Απόστολου Δοξιάδη, αντιπροέδρου του Δ.Σ. του ξενοδοχείου, απογόνου της οικογενείας Λάμψα και ενός εκ των ελαχίστων Αθηναίων, που γνωρίζουν την ιστορία της Μεγάλης Βρεταννίας «εκ των έσω».

Ο Χάνσεν και το Μέγαρο Λημνίου

Το 1842 έρχεται από την Τεργέστη στην Αθήνα -που αριθμεί μόλις είκοσι χιλιάδες κατοίκους- ο Ελληνας εφοπλιστής Αντώνιος Δημητρίου, ο Λήμνιος, και χτίζει τη βίλα του απέναντι ακριβώς από τα ανάκτορα. Τα σχέδια ετοιμάζει ο Δανός αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν σε ρυθμό Γαλλικής Αναγέννησης και τα εγκρίνει ο ίδιος ο Βασιλεύς. Για αρκετά χρόνια, το πολυτελές σπίτι φιλοξενεί διπλωμάτες, ξένους επισήμους αλλά και αυλικούς ώσπου ο Δημητρίου αποφασίζει να το πουλήσει μιας και η -υπό ανάπτυξη- Αθήνα δεν είναι παρά μια σκοτεινή κωμόπολη σκονισμένη το καλοκαίρι και λασπωμένη τον χειμώνα.

Το 1874 το ακίνητο του Δημητρίου -στη γωνία των οδών Βασιλέως Γεωργίου και Πανεπιστημίου- αγοράζεται από τον Σάββα Κέντρο και μεταφέρεται εκεί το ξενοδοχείο που ήδη λειτουργούσε σε οίκημα επί της Σταδίου και Καραγεώργη Σερβίας.

Συνέταιρος στο μεγάλο ξεκίνημα μπαίνει ο επιχειρηματίας Ευστάθιος Λάμψας από την Οδησσό. O άνθρωπος αυτός αντιπροσωπεύει -στη μικρή κοινωνία των Αθηνών- το «ελληνικό όνειρο». H οικογένειά του ξεκινά πάμφτωχη από τα Καλάβρυτα για να αναζητήσει την τύχη της στην Οδησσό. Ομως δεν τα καταφέρνει και επιστρέφει με τον μικρό τότε Στάθη, τον υιό του, στην Αθήνα. O νεαρός εργάζεται «μαγειράκι» στο παλάτι και πολύ γρήγορα διακρίνεται για το ταλέντο του και την εργατικότητά του. Τόσο που ο ίδιος ο βασιλεύς αποφασίζει να τον στείλει στο Παρίσι προκειμένου ν’ ανανεώσει τις γνώσεις του στην τέχνη της γαστριμαργίας. Στο «MaisoDoree» όπου εργάζεται γνωρίζει την Παλμύρα Παλφρουά με την οποία παντρεύεται και αποφασίζουν να ενώσουν όχι μόνο τη μεγάλη τους εργατικότητα αλλά και τα διόλου ευκαταφρόνητα βαλάντιά τους.

Γαλλικό όνομα

Ο Βασιλεύς Γεώργιος ενθαρρύνει το νεαρό ζευγάρι να εγκατασταθεί στο ξενοδοχείο απέναντι ακριβώς από τα ανάκτορα για να μένουν σε αυτό οι αυλικοί που συνόδευαν βασιλείς και πρίγκιπες, που φιλοξενούνταν στο παλάτι. H μεγάλη πελατεία της εποχής εκείνης είναι Αγγλοι που κάνουν το «Grand Tour» μέσω Ελλάδας στην Αίγυπτο, το Σουέζ και την Ινδία. Ετσι το ξενοδοχείο ονομάζεται Βρετανία, μιας όμως και η σύζυγος του ιδιοκτήτη είναι Γαλλίδα το όνομα αποδίδεται γαλλιστί. Και η «Grande Bretagne» πολυτελής και εντυπωσιακή ξεκινά τη μεγάλη της περιπέτεια.

Το φίνο γούστο της Παλμύρας λειτούργησε θετικά αλλά η Αθήνα των 67 χιλιάδων κατοίκων -τώρα πια- υποφέρει από έλλειψη νερού και κυρίως από την σωστή του παροχή. O δήμαρχος Σκαρλάτος Σούτσος έχει κατασκευάσει μια καινούργια συμπληρωματική δεξαμενή 2.500 κ.μ. στην πλαγιά του Λυκαβηττού και έχει στείλει νερό από την Πεντέλη, την Κηφισιά και την Βαρυμπόπη, ωστόσο οι συνοικίες της Αθήνας εξακολουθούν να παίρνουν νερό από τις δημοτικές βρύσες. Στη Μεγάλη Βρετανία, όποιος θέλει να κάνει μπάνιο το ζητά από την προηγούμενη ημέρα, διότι παρά την ονομαστή του πολυτέλεια το ξενοδοχείο των 80 κλινών διαθέτει μόνο δύο δωμάτια λουτρού. Διαθέτει όμως δική του μονάδα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος -την πρώτη στην Ελλάδα- που του δίνει τη δυνατότητα να εξελιχθεί ραγδαία.

Το 1888 ο Σάββας Κέντρος πεθαίνει και ο Στάθης Λάμψας αγοράζει πλέον ολόκληρο το ξενοδοχείο και του δίνει ισχυρή ώθηση, επεκτείνοντας δυναμικά την πτέρυγα επί της οδού Πανεπιστημίου. Είναι η χρονιά που θα εορταστεί η 50ή επέτειος από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Μεγάλη Βρεταννία θα εγκαινιάσει τον κοινωνικό της ρόλο.

Τα «diners dansants» που πρώτη καθιέρωσε λαμπραίνουν τις μεγάλες της αίθουσες και γρήγορα αλλάζουν την εικόνα της νυκτερινής διασκέδασης των Αθηναίων. Το 1896, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, στα δωμάτιά της θα καταλύσουν οι περισσότερες αντιπροσωπείες των ξένων κρατών και ανάμεσά τους ο ίδιος ο Ντε Κουπερτέν. Φωτογραφίες που να το αποδεικνύουν δεν υπάρχουν. Υπάρχει όμως ο «λογαριασμός» του στο ειδικό βιβλίο της επιχείρησης.

Στον 20ό αιώνα

Ο Στάθης Λάμψας ενημερώνεται συνεχώς για τον τουρισμό στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Την εποχή εκείνη αρθρογραφεί στην «Εστία» ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος από την Πάτρα. Υιός ράπτη, που μορφώνεται διαβάζοντας τις νύχτες μοναχός του, φεύγει για τη Ρώμη προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές του. O Λάμψας θαυμάζει το οξυδερκές πνεύμα του νέου και ζητά να τον γνωρίσει. Το 1909 ο Πετρακόπουλος επιστρέφει στην πατρίδα και γνωρίζεται με την οικογένεια. Τη γοητεύει και γοητεύεται από αυτήν και σε λίγο καιρό παντρεύεται την υιοθετημένη κόρη του Λάμψα, Μαργαρίτα.

Ανήσυχο πνεύμα, κερδίζει γρήγορα την εύνοια του Βενιζέλου και όλη η Αθήνα ξέρει καλά ότι στα σαλόνια της Μεγάλης Βρεταννίας δίνονται μνημιώδεις «μάχες» ανάμεσα στον Βενιζέλο και τον Βασιλέα Κωσταντίνο, διάδοχο του Γεωργίου, στις παραμονές του μεγάλου πολέμου. O Πετρακόπουλος νιώθει περήφανος που παρίσταται στην υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου και ο Βενιζέλος του χαρίζει την ιστορική πένα (σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη).

Η Αθήνα αλλάζει

Εν τω μεταξύ η Αθήνα αλλάζει όψη. Το 1904 λειτουργεί ο ηλεκτροκίνητος σιδηρόδρομος Αθηνών – Πειραιώς. Το 1908 τα τραμ γίνονται και αυτά ηλεκτροκίνητα. Από το 1925 φτάνουν στις πιο απομακρυσμένες συνοικίες 25 ολοκαίνουργια λεωφορεία. H Μεγάλη Βρεταννία έχει πια νερό, κεντρική θέρμανση, τηλέφωνο και -φευ!- ασανσέρ.

Από το 1918, η διοίκηση και οργάνωση του ξενοδοχείου περνά αποκλειστικά στα χέρια του Πετρακόπουλου και δέκα χρόνια αργότερα επεκτείνεται πλέον στο σημερινό της μήκος επί της οδού Πανεπιστημίου, γίνεται Ανώνυμος Εταιρεία και ζητά ένα γενναίο δάνειο από την Τράπεζα.

Μέχρι και το 1938 -χρονιά που κτίζεται το παρακείμενο ξενοδοχείο King George από την οικογένεια Καλκάνη- η Μεγάλη Βρεταννία φιλοξενεί κατ’ αποκλειστικότητα όλες τις μεγάλες προσωπικότητες που περνούν από τη χώρα. Πλούσιοι, διάσημοι και εκκεντρικοί, βιομήχανοι και εφοπλιστές, νομικοί και διπλωμάτες συναντιούνται καθημερινά στα σαλόνια της. Από τη Μεγάλη Δούκισσα Ελένη της Ρωσίας, που επιθυμεί να περάσει τα τελευταία της χρόνια στη Μεγάλη Βρεταννία, μέχρι τη Μαίρη Πίκφορντ και το σύζυγό της Ντάγκλας Φέρμπανκς που ζητούν πάντα ένα επιπλέον δωμάτιο μόνο για τα παπούτσια της κυρίας? στο βιβλίο των πελατών πολλαπλασιάζονται οι σπουδαίες υπογραφές. O Ρίχαρντ Στράους, ο Αγά Χαν, οι Κένεντι, ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ο Λίντον Τζόνσον, οι Κρουπ, οι Ροκφέλερ, ο Σερ Λόρενς Ολίβιε, η Μάργκοτ Φοντέιν, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Χένρι Φόντα, ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ο Χέλμουτ Σμιτ, φιλοξενούνται στα δωμάτιά της, όπως και η Φιλαρμονική του Λονδίνου και μοναδικοί μαέστροι όπως ο Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν και ο Βίλχελμ Φούρτβενγκλερ.

Η μεγάλη επίταξη

Το 1940 η Μεγάλη Βρεταννία επιτάσσεται. O Βασιλεύς Γεώργιος και ο Ιωάννης Μεταξάς κρίνουν ότι το ξενοδοχείο πρέπει να μπει στις υπηρεσίες της πατρίδος και μέσα σε μία νύχτα φεύγουν όλοι οι πελάτες. Ακόμη και ο ιδοκτήτης χάνει το δωμάτιό του. Φιλοξενείται στο σπίτι των παιδιών του στο Κολωνάκι. Το επιτελείο της Κυβέρνησης μένει να διευθύνει τις τύχες του Εθνους μέσα από τα σαλόνια της Μεγάλης Βρεταννίας. Αλλά δυστυχώς και αυτοί αποχωρούν στις 28 Απριλίου του 1941 όταν οι αξιωματικοί του Τρίτου Ράιχ καταλαμβάνουν το ξενοδοχείο για να το μετατρέψουν σε Hauptquartier der Wehrmacht.

Οι Γερμανοί επιτελείς παρακολουθούν τώρα πια ανενόχλητοι την κίνηση στην Πλατεία Συντάγματος από τα παράθυρα της Μεγάλης Βρεταννίας ενώ ο Χέρμαν Γκέρινγκ είναι τακτικός επισκέπτης προπολεμικά. O Χίμλερ φτάνει το Μάιο του ’41 για να επιθεωρήσει τις μονάδες της Γκεστάπο, ενώ ο Ρόμελ ρίχνει μία σύντομη ματιά στις γερμανικές δυνάμεις τον Ιούλιο του ’43.

Το Φθινόπωρο του ’44 η ατμόσφαιρα της πόλης αλλάζει. H ειρήνη έρχεται και το τέλος της γερμανικής κατοχής πλησιάζει. O Γεώργιος Παπανδρέου γυρίζει στην Αθήνα επικεφαλής της Κυβέρνησης της Απελευθέρωσης. H Μεγάλη Βρεταννία γίνεται το αρχηγείο του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος.

Επειτα από μερικές εβδομάδες φαινομενικής ευφορίας -που χρησιμεύουν για ανασύνταξη δυνάμεων- έρχεται η «Ματωμένη Κυριακή» του Δεκέμβρη του ’44. Οι νεκροί του συλλαλητηρίου πέφτουν μπροστά στην πλατεία και τα πεζοδρόμια της Μεγάλης Βρεταννίας. Μέσα στα σαλόνια της πραγματοποιούνται πυρετώδεις συσκέψεις με την κυβέρνηση Παπανδρέου και τον Χάρολντ Μακμίλαν, τον Αντονι Ιντεν και τον ίδιο τον Ουίνστον Τσόρτσιλ. H διαμονή του μεγάλου Βρετανού πολιτικού στο ξενοδοχείο ματαιώνεται γιατί οι αστυνομικοί έχουν πληροφορίες ότι οι κομμουνιστές έχουν βάλει τρεις τόνους δυναμίτη στα θεμέλιά του. Κατά γενική ομολογία, η πληροφορία διαρρέει από τους Ρώσους που ήθελαν να αποτρέψουν μία τόσο «ανεπιθύμητη» έκβαση των γεγονότων.

Το ωραίο μέγαρο γίνεται κάτι ανάμεσα σε οχυρό και κέντρο βοήθειας προσφύγων. Οι ίδιοι οι Εγγλέζοι στρατιώτες, που μένουν μέσα ονομάζουν το μπαρ του ξενοδοχείου Fortress Bar ενώ οι δημοσιογράφοι, Ελληνες και ξένοι, που πάντα βρίσκονται στα σαλόνια της, τη θεωρούν ως το «πηγάδι των φιδιών» (snake pite).

H ανακαίνιση

Το 1956 η Μεγάλη Βρεταννία ισοπεδώνεται και ξαναχτίζεται εκ θεμελίων από τον αρχιτέκτονα Κώστα Βουτσινά, διατηρώντας όλα τα υφολογικά στοιχεία του παλιού κτιρίου ενώ δίνεται έμφαση στις αναγεννησιακές όψεις του μεγάρου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Αγγέλα Βουτσινά, κόρη του Κώστα, είναι η συνεργάτης του Παντελή Μασουρίδη, του αρχιτέκτονα που θα αναλάβει τη μεγάλη ανακαίνιση του ξενοδοχείου.

Στα χρόνια που ακολουθούν η Ιστορία θα περάσει μπροστά από τους καθρέπτες και τις επιβλητικές κέντυες του μεγάλου ξενοδοχείου. Στην σουίτα του πέμπτου ορόφου επιλέγονται τα μέλη της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, ενώ εκεί ζει τους τέσσερις πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης ο Κωσταντίνος Καραμανλής. Και από το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απευθύνει το μήνυμά του στον ελληνικό λαό επιστρέφοντας συγκλονισμένος από την Κύπρο αμέσως μετά τον «Αττίλα».

Τελευταία επέμβαση που γίνεται στο ξενοδοχείο είναι η δημιουργία του G.B.Corner. Μία σημαντική προσθήκη του 1976, με πρωτοβουλία του ίδιου του Απόστολου Δοξιάδη, αντιπροέδρου του Δ.Σ. του ξενοδοχείου, που στόχο έχει να «ανοίξει» το ξενοδοχείο στην καθημερινή ζωή των Αθηναίων.