ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γράμμα από το μέτωπο ΙΙΙ

sra-some-corner-of-a-foreign-field

Αγαπητέ μου Γκρι, την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκα σπίτι αφότου η κόρη μου διαγνώστηκε με λευχαιμία, προτού κοιμηθώ αποζήτησα παρηγοριά στους δύο πιο αγαπημένους μου φίλους (και νονούς της μικρής). Εκλαψα στο σπίτι τους εκείνο το βράδυ σαν δαρμένο σκυλί, με τη Σίσσυ να με έχει τυλίξει στην αγκαλιά της και τον συνήθως ψύχραιμο Αντώνη να σκύβει και να μου δίνει ένα φιλί στο κεφάλι.

Δεν θα το πιστέψεις, αλλά εκείνο το βράδυ ήπια δύο (2) μπουκάλια κρασί και μετά έπεσα να κοιμηθώ στο άδειο σπίτι (η μαμά της μικρής ήταν μαζί της στο νοσοκομείο) αφήνοντας κάτω από τη γλώσσα μου να λιώσει ένα Ζάναξ. Το πρωί έφυγα απ’ το σπίτι σαν κυνηγημένος για το νοσοκομείο και πάλι.

Και εκεί με «χτύπησε». Κοιτάζοντας γύρω μου, κοιτώντας για πρώτη φορά στ’ αλήθεια τι ακριβώς συνέβαινε γύρω μου. Πέρα απ’ το δωμάτιο της κόρης μου με την οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Βλέπεις, καλέ μου Γκρι, είχα διαπράξει μιαν ύβριν: είχα πει, από μέσα μου, «γιατί στο δικό μου παιδί;».

Ξέρεις, εκεί μέσα γνώρισα ένα κοριτσάκι, πιο μικρό από την κόρη μου. Είναι δεν είναι δύο ετών. Και βρίσκεται από την πλευρά των ογκολογικών. Ας το ονομάσουμε Μαρία. Μίλησα με τη μαμά της. Ξέπνοος εγώ μπροστά της, εκείνη αγέρωχη· έδειχνε ακαταπόνητη. Υπερήρωας. 

«Ολα ξεκίνησαν», μου είπε, «με μια σκιά γύρω από τα μάτια της. Ενας παιδίατρος μίλησε για μόλυνση από την αμμουδιά. Επειτα όμως, ο βολβός του ματιού σαν να πετάχτηκε προς τα έξω. Η μαγνητική έδειξε νευροβλάστωμα. Φεύγεις απόψε για Αθήνα, μου είπαν».

Η Μαρία· παρά το γυμνό της κρανίο, παρά την ουλή στο παιδικό κεφάλι, μέσα στην κλινική τρέχει και χορεύει συνέχεια, σαν να θέλει όλα να τα κάνει ταυτόχρονα. Είναι λες και ξέρει πως ο κακοήθης όγκος πίσω από το μάτι είναι μεταστατικός – από τα επινεφρίδια. Συν μία ακόμα μετάσταση στον μυελό. Δύο επεμβάσεις, δώδεκα χημειοθεραπείες και τώρα επίκειται μια μεταμόσχευση. Η Μαρία είναι πανέμορφη.

Συγγνώμη που γίνομαι δυσάρεστος, καλέ μου Γκρι – σύντομα θα καταφέρω να στρέψω αλλού την προσοχή μου. Ηθελα απλώς τώρα να σου πω για κάτι που είχα διαβάσει κάποτε: σε κάποια πολεμικά μέτωπα, την παραμονή της μεγάλης επίθεσης, η διαταγή ανακοινωνόταν ψιθυριστά από αξιωματικό σε υπαξιωματικό και από στρατιώτη σε στρατιώτη:

«Επίθεση την αυγή· κανείς δεν πεθαίνει». Αυτός που το άκουγε, έπρεπε να το επαναλαμβάνει έτσι ακριβώς στον επόμενο, λες και επρόκειτο για ξόρκι: έπρεπε να το πούνε για το πιστέψουν· έπρεπε να το ακούσουν για να το πιστέψουν.

Εδώ και εβδομάδες το ψιθυρίζω στον εαυτό μου, το επαναλαμβάνω κάθε μέρα από μέσα μου καθώς συναντώ τους άλλους γονείς και τους αφοσιωμένους γιατρούς και τις εξίσου αφιερωμένες νοσηλεύτριες του «Ελπίδα». Το λέω από μέσα μου όταν συναντώ τα άλλα, γνωστά και άγνωστα, παιδιά του «Ελπίδα» που βλέπω να πολεμούν για τη μία και μοναδική ζωή που τους δόθηκε: επίθεση την αυγή· κανείς δεν πεθαίνει.