ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εκκλησία – Πολιτεία σε αναζήτηση καταλλαγής και λόγω κορωνοϊού

gkka_08_1503_page_1_image_0003

Βέλη από διάφορες κατευθύνσεις δέχεται η Εκκλησία ως προς τη θέση που πήρε για τη Θεία Κοινωνία, αποσυνδέοντάς την από τους τρόπους μετάδοσης του κορωνοϊού. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ελλάδος, διά της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ), προέτρεψε τους πιστούς να εναρμονίζονται με τις υποδείξεις των γιατρών, ενώ εστίασε στις ευπαθείς ομάδες του ποιμνίου κάνοντας μνεία στην προσοχή που πρέπει να δίνουν και να μένουν σπίτι.

Ωστόσο, η μη απαγόρευση του εκκλησιασμού, παρότι υπάρχει οδηγία για αναστολή συγκεντρώσεων, και η απόφαση της ΔΙΣ να μην απαγορεύσει τη Θεία Κοινωνία ήγειρε πολλές αντιδράσεις, καθώς η θέση της Εκκλησίας θεωρείται αντιεπιστημονική. «Οι απόψεις που ακούγονται για την ενδεχόμενη απαγόρευση της Θείας Ευχαριστίας ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία και έχουν διαφορετική προσέγγιση. Οσοι προσέρχονται “μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης” και απολύτως ελεύθερα, χωρίς κανένα δυναστικό καταναγκασμό, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που γίνεται “φάρμακο αθανασίας”, “εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον”», ανέφερε η ΔΙΣ.

Πάντως, η νωπή δήλωση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου «ισορρόπησε» την εικόνα. «Η Εκκλησία μας όλους τους αγκαλιάζει, όλους τους αγαπά και για όλους προσεύχεται. Ούτε μετρητή πίστης διαθέτει ούτε οι κληρικοί μας τηρούν “παρουσιολόγιο” στους ιερούς ναούς. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί ζουν και ενεργούν σε πνεύμα ελευθερίας του προσώπου, διαθέτοντας ταυτόχρονα ανεπτυγμένο το αίσθημα τόσο της εθνικής όσο και της ατομικής ευθύνης», τόνισε μεταξύ άλλων ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας, προτρέποντας τους πιστούς στην τήρηση των μέτρων που έχει λάβει η κυβέρνηση.

«Εν μέσω πρωτόγνωρων καταστάσεων με εμφανείς και αφανείς προεκτάσεις, οι οποίες τείνουν να διαμορφώσουν μια φοβική κοινωνία με απρόβλεπτες αντιδράσεις, η Εκκλησία ανταποκρίθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Με τρόπο σαφή, έθεσε ενώπιον των πιστών, αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας, λόγον αλήθειας και φιλανθρωπίας. Βασική θέση της είναι πως η Θεία Κοινωνία αποτελεί όχι κίνδυνο μολυσμού αλλά μέσον ζωής και ιάσεως. Η θέση της αυτή αποτελεί συνέπεια θεμελιώδους δογματικής αλήθειας αλλά και επακόλουθο της μακραίωνης εμπειρίας της η οποία βεβαιώνει πως ουδέποτε, ακόμη και σε εποχές έξαρσης θανάσιμων νόσων, επιβεβαιώθηκε μετάδοση μολυσματικών ασθενειών διά του Ποτηρίου της Θείας Κοινωνίας. Παράλληλα, η Εκκλησία κατανοεί πλήρως τον φόβο και την ανησυχία των αδελφών μας, χωρίς να ενοχοποιεί ή να μέμφεται εκείνον που κρατά απόσταση από το Aγιον Ποτήριον. Oσο η Εκκλησία επιθυμεί να διατηρήσει ανόθευτη τη διδασκαλία της περί της ιερότητας του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, τόσο επιθυμεί να διαφυλάξει την ενότητα των οικογενειών και του κοινωνικού συνόλου. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούμενη, με έμφαση προτρέπει όλους να τηρήσουν τις συμβουλές των αρμοδίων κρατικών αρχών και αποδέχεται πλήρως την αποφυγή ασπασμού των εικόνων, του ασπασμού της χειρός του ιερέως ή και τη λήψη αντιδώρου από άλλο χέρι», δήλωσε εμφατικά στην «Κ» ο μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού Ιγνάτιος.

Ωστόσο, σε πολλά ζητήματα οι θέσεις της Εκκλησίας δείχνουν να απέχουν από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και τις τάσεις που κυριαρχούν στην κοινωνία. Μεταξύ αυτών είναι η καύση των νεκρών, οι αμβλώσεις, ο πολιτικός γάμος, η ομοφυλοφιλία και οι μεταμοσχεύσεις. Ομως, η αντίθετη άποψη λέει ότι υπάρχουν ζητήματα, όπως π.χ. η καύση νεκρών, στα οποία η Εκκλησία δεν μπορεί να υιοθετήσει απόψεις εκσυγχρονιστικές, καθώς αυτά άπτονται θεολογικών θέσεων, με ανθρωπολογικές προεκτάσεις και συνέπειες.

Ενδεικτικά, για την καύση των νεκρών, η οποία ήλθε ξανά στο προσκήνιο μετά τη λειτουργία του πρώτου αποτεφρωτηρίου στην Ελλάδα, στη Ριτσώνα της Εύβοιας, η Εκκλησία έχει αποφασίσει να μην τελείται νεκρώσιμη ακολουθία και μνημόσυνο σε όσους αποδεδειγμένως και οικειοθελώς έχουν δηλώσει την επιθυμία για καύση του σώματός τους και άφησε στη διακριτική ευχέρεια του οικείου μητροπολίτη την τέλεση τρισαγίου. Μάλιστα, κατά το παρελθόν έχουν αποτύχει προσπάθειες για λειτουργία αποτεφρωτηρίου λόγω των αντιδράσεων από τους τοπικούς εκκλησιαστικούς παράγοντες, π.χ. στα κοιμητήρια Μαρκοπούλου, Ζωγράφου, Σχιστού, Βόλου και Πυλαίας Θεσσαλονίκης.

Οι αμβλώσεις

Αυστηρή χαρακτηρίζεται και η θέση της Εκκλησίας κατά των αμβλώσεων. Ταυτίζει την άμβλωση με «δολοφονία μιας ανθρώπινης ζωής» και κατά συνέπεια την καταδικάζει. Επίσης, εμφανίζεται άκαμπτη ακόμη και στην περίπτωση που η ιατρική διάγνωση επιβάλλει την άμβλωση για λόγους υγείας του κυοφορούμενου εμβρύου ή της μητέρας.

Θετική αλλά με αστερίσκους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η στάση της Εκκλησίας για τις μεταμοσχεύσεις. Χαρακτηρίζοντας τη δωρεά οργάνων και τη μεταμόσχευση «πράξη φιλαλληλίας και αγάπης, σύμφωνη με τη διδασκαλία της» είναι θετική. Ομως θεωρώντας όσους βρίσκονται σε κατάσταση «εγκεφαλικού θανάτου» ασθενείς και όχι νεκρούς, η Εκκλησία δεν συμφωνεί με την αφαίρεση των ζωτικών τους οργάνων. Οι περιπτώσεις δωρεάς οργάνων που αποδέχεται είναι η μεταμόσχευση ιστών (δέρματος, μυελού των οστών, αίματος) ή ενός από τα διπλά όργανα (νεφρά) από ζώντα δότη.

Ο πολιτικός γάμος είναι επίσης ένα θέμα στο οποίο η Εκκλησία αντιτίθεται, καθώς οι ορθόδοξοι που τελούν πολιτικό γάμο θέτουν τους εαυτούς τους εκτός Εκκλησίας εφόσον απαρνούνται την περί των επτά μυστηρίων δογματική διδασκαλία της. Μάλιστα, κατά το παρελθόν, σε μητρόπολη της Πελοποννήσου, είχαν αρνηθεί την τελετή κηδείας σε κάποιον που είχε τελέσει πολιτικό γάμο.

Τέλος, η ομοφυλοφιλία είναι για την Εκκλησία θανάσιμο αμάρτημα, «κράζουσα αμαρτία» και «κουσούρι», και ουκ ολίγες φορές οι θέσεις αυτές έχουν διατυπωθεί σε κείμενα μητροπολιτών και έχουν προκαλέσει δικαστικές διαμάχες μεταξύ ιεραρχών και πολιτών.