ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γιάννης Τούντας: Η κοινωνική διάσταση των επιδημιών

coronavirus-test--2

Η επιδημία του κορωνοϊού αποτελεί ένα νέο κεφάλαιο στη μακρόχρονη ύπαρξη των επιδημιών. Οι ανθρώπινοι πληθυσμοί, σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας τους, από τότε που ο άνθρωπος άρχισε να δημιουργεί οικισμούς κατά τη διάρκεια της νεολιθικής περιόδου, ήλθαν αντιμέτωποι με διάφορα λοιμώδη νοσήματα που εκδηλώνονταν και υπό μορφή επιδημιών ή πανδημιών.

Τα βακτηρίδια υπολογίζεται ότι συνδέθηκαν για πρώτη φορά με τα ζώα πριν από τουλάχιστον 300 εκατ. χρόνια, προκαλώντας οστεομυελίτιδες ή λοιμώδη νοσήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε απολιθώματα έχουν εντοπιστεί ανάλογα παθολογικά ευρήματα και στα πρώτα ανθρωποειδή, τα οποία εμφανίζονται πριν από περίπου 500.000 χρόνια.

Οι επιδημίες αυξήθηκαν σε συχνότητα και σοβαρότητα όσο αυξάνονταν οι ανθρώπινοι οικισμοί, δηλαδή ο συγχρωτισμός των ανθρώπων, σε συνδυασμό με τις ανεπάρκειες της αποχέτευσης, την υποβαθμισμένη ποιότητα του πόσιμου νερού και τη συχνή έλλειψη επαρκούς τροφής. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, από τότε μέχρι σήμερα, οι επιδημίες σφράγισαν την ανθρώπινη ιστορία. Ο λοιμός (πιθανόν τύφος) που θέρισε τους Αθηναίους έκρινε εν πολλοίς την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η πανώλη (μαύρος θάνατος), που ερήμωσε ολόκληρες περιοχές της Ευρώπης κατά τον Μεσαίωνα, κλόνισε τα θεμέλια της φεουδαρχικής κοινωνίας. Οι ιώσεις αποδεκάτισαν τους Ατζέκους λόγω έλλειψης ανοσίας, διευκολύνοντας την υποταγή τους στους Ισπανούς. Η πανδημία της γρίπης το 1918, με τους 21 εκατ. νεκρούς, τροφοδότησε κοινωνικές αναταραχές. Αλλά και πιο πρόσφατα, το AIDS, με τα αναρίθμητα θύματα κυρίως στις χώρες τις υποσαχάριας Αφρικής, ανέδειξε, ανάμεσα στα άλλα, τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες μεταξύ του ανεπτυγμένου και του υπό ανάπτυξη κόσμου.

Οι ιπποκράτειοι γιατροί διέκριναν τα λοιμώδη νοσήματα σε επιδημικά, ενδημικά και σποραδικά. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που τόνιζαν ήταν ο σημαντικός ρόλος που παίζουν για την εμφάνισή τους οι κλιματικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές συνθήκες, καθώς και ο τρόπος ζωής. Από αυτά, τα πιο σημαντικά στην αρχαία Ελλάδα ήταν η ελονοσία, η φυματίωση και οι γαστρεντερίτιδες. Ούτε είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη κάθε αιώνα κυριαρχούσε και διαφορετικό λοιμώδες νόσημα. Η λέπρα τον 14ο αιώνα, η πανώλη τον 15ο, η σύφιλη τον 16ο, η ιλαρά τον 17ο και 18ο, η φυματίωση και η οστρακιά τον 19ο αιώνα, η γρίπη και το AIDS τον 20ό αιώνα, και απ’ ό,τι φαίνεται, νέου τύπου ιώσεις του αναπνευστικού συστήματος τον 21ο αιώνα.

Τις θανατηφόρες αυτές επιδημίες, όπως και πολλές άλλες, ο άνθρωπος τις πολέμησε σθεναρά, με όσα όπλα τού προσέφεραν σε κάθε περίσταση η παρατήρηση, η γνώση και, αργότερα, η επιστήμη και η τεχνολογία. Με την απομόνωση, την απολύμανση, την ατομική υγιεινή, αργότερα και με τα εμβόλια και τα αντιβιοτικά, κατάφερε να περιορίσει –και σε ορισμένες περιπτώσεις να εξαλείψει– τις απειλές αυτές, με αποτέλεσμα να μειωθούν δραστικά τα λοιμώδη νοσήματα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες.

Ομως, η δραστική αυτή μείωση των θανάτων από λοιμώδη νοσήματα, που οδήγησε στον διπλασιασμό του μέσου χρόνου ζωής των κατοίκων των ανεπτυγμένων χωρών κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, δεν οφειλόταν τόσο στα επιτεύγματα της ιατρικής, όσο στη θεαματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και των συνθηκών ζωής των κατοίκων των βιομηχανικών χωρών. Η τεράστια οικονομική ανάπτυξη της Δύσης, εις βάρος βέβαια του υπόλοιπου κόσμου, εξασφάλισε στους κατοίκους της επαρκή διατροφή, θέρμανση, αποχέτευση, καθαρό νερό, βελτίωση των συνθηκών εργασίας και κατοικίας. Ολοι αυτοί οι παράγοντες προστάτεψαν την ανθρώπινη υγεία από τα λοιμώδη νοσήματα.

Αντίθετα, στις χώρες του λεγόμενου Τρίτου και Τέταρτου Κόσμου, δηλαδή στις λιγότερο πλούσιες χώρες, τα λοιμώδη νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτων, επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση ότι η φτώχεια αποτελεί τη μεγαλύτερη αιτία θνησιμότητας στον κόσμο.

Αλλωστε, η πρόσφατη αναζωπύρωση ορισμένων λοιμωδών νοσημάτων, όπως η φυματίωση, η ηπατίτιδα, οι ιώσεις κ.ά. σε πολλές περιοχές του κόσμου, συνδέεται με υποβαθμισμένες ή και άθλιες συνθήκες διαβίωσης σε πολλές υπό ανάπτυξη χώρες αλλά και σε αρκετές ανεπτυγμένες, εξαιτίας νέων εστιών φτώχειας που δημιουργούν οι τοπικοί πόλεμοι, η μετανάστευση, η ανεργία ή η περιθωριοποίηση και φτωχοποίηση τμημάτων του αστικού πληθυσμού στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η Κίνα, έχοντας ιδιαίτερα υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας και κατοικίας για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της, παρά τη θεαματική οικονομική της ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων, αποτέλεσε πηγή προέλευσης των πιο πρόσφατων επιδημιών.

* Ο κ. Γιάννης Τούντας είναι καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.