ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γράμμα από το μέτωπο VIII

800px-tom_lea_-_2000_yard_stare

Αγαπητέ μου Γκρι, την περασμένη Πέμπτη, η κόρη μας έκλεισε πενήντα οκτώ (58) ημέρες συνεχούς νοσηλείας. Δύο μήνες της πρώτης αυτής φάσης, στην οποία οι γιατροί έχουν δώσει την πολεμική ονομασία «Εφοδος». Δύο μήνες που άλλαξαν τελείως τη ζωή σε ένα κοριτσάκι τεσσεράμισι χρόνων. Και τις δικές μας, φυσικά. Από άκαπνοι γίναμε και οι τρεις βετεράνοι. Πρώτα και κύρια η ίδια.

Προσπαθώ να κάνω έναν πρώτο απολογισμό. Τουλάχιστον ως προς το κλινικό μέρος. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: πέντε ενδορραχιαίες εγχύσεις στη σπονδυλική στήλη, τέσσερα μυελογράμματα με τρύπημα στο ίδιο σημείο, καθημερινή σχεδόν ενδοφλέβια χημειοθεραπεία, άφθονη κορτιζόνη, μια ολική αναισθησία για να της τοποθετήσουν το Χίκμαν (την παροχέτευση με το σωληνάκι από το στέρνο, που θα φέρει επί σειρά μηνών και στο σπίτι όταν, επιτέλους, επιστρέψουμε), άλλη μία ολική αναισθησία για μαγνητική τομογραφία, μια επίμονη λοίμωξη με τον ιό RSV, επώδυνες άφθες στο στόμα, δύο αξονικές, άλλες τόσες ακτινογραφίες και υπέρηχοι άνω-κάτω κοιλίας, δύο βυθομετρήσεις στα μάτια, δύο καρδιογραφήματα και άλλα δύο τρίπλεξ καρδιάς, ολική τριχόπτωση λόγω χημειοθεραπείας – για ένα τετράχρονο κορίτσι δεν ήταν λίγες αυτές οι εμπειρίες. Οπως ούτε και για τους γονείς της. Αν μας είχες ρωτήσει δύο μήνες πριν όλη η παραπάνω παράγραφος θα ισοδυναμούσε με έναν από τους χειρότερους εφιάλτες μας. Και όμως, έγινε η καθημερινότητά μας.

Θυμάμαι ακόμα την ερώτησή της την πρώτη της νύχτα στο νοσοκομείο: «Αυτό τώρα θα είναι το νέο μου σπίτι;». Το ίδιο πρωί, τα πρώτα λεπτά που την είχαν τρυπήσει στον καρπό για τον πρώτο ορό, την πρώτη κορτιζόνη, οι νοσηλεύτριες μας είχαν πάρει παράμερα για να μας ξεκαθαρίσουν πως επ’ ουδενί δεν έπρεπε το παιδί να μας δει με πεσμένο το ηθικό. «Αν δούμε δάκρυα», μας είπαν, «θα σας βγάλουμε αμέσως έξω».

Οταν μου έκανε αυτό το ερώτημα όμως, ζορίστηκα πάρα πολύ. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά ούτε η τελευταία βέβαια. Δεν το ήξερα εκείνο το πρώτο βράδυ, αλλά ειδικά οι αμέσως επόμενες ημέρες θα ήταν σαν να περπατάς μέσα από ένα ναρκοπέδιο έχοντας στην αγκαλιά το παιδί σου, νιώθοντας πως κάθε σου βήμα είναι ένα ακόμα λάθος, μία ακόμα εσφαλμένη επιλογή για το ίδιο το παιδί.

Κοιτάζω ένα ζευγάρι με την κόρη τους, μικρότερη από τη δική μας, που έχουν μόλις καταφτάσει σε ένα διπλανό δωμάτιο. Το κοριτσάκι τους κλαίει συνέχεια. Ο πατέρας έχει ένα μονίμως χαμένο, τρομοκρατημένο, παγωμένο βλέμμα, αυτό που οι Αμερικανοί πεζοναύτες στον Ειρηνικό το 1942-45 αποκαλούσαν «το βλέμμα των χιλίων γιαρδών» (the thousand-yard stare). Θέλω να τον πάρω αγκαλιά και να του πω πως όλα θα πάνε καλά με το κοριτσάκι του. Αλλά δεν μου το επιτρέπουν οι κανονισμοί. Δεν το ξέρει πως αφιερώνω σε αυτή την οικογένεια τώρα αυτές τις σκέψεις, μα δεν πειράζει. Ολα θα πάνε καλά. Αυτή είναι η σωστή ευχή: όλα «θα» πάνε καλά και όχι όλα «να» πάνε καλά. Αυτό το «να» δεν σημαίνει τίποτα, δεν θες καν να το ακούς. Αυτό το «θα» είναι τα πάντα.