ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανάλυση: Ας μην νικήσει η ανία, αλλά η επιθυμία

analysi-as-min-nikisei-i-ania-alla-i-epithymia-2372002

Ακούγοντας τις κρατικές πηγές να επαναλαμβάνουν πως είμαστε σε πόλεμο με έναν αόρατο εχθρό, δεν μπορώ παρά να φέρω στο νου μου την αλληλογραφία του Φρόϋντ με τον Αϊνστάιν την περίοδο του Ά παγκοσμίου πολέμου αλλά και τις σκέψεις του Φρόϋντ για τον θάνατο. Με ορόσημο την Φροϋδική και Λακανική ψυχαναλυτική σκέψη θα σχολιάσουμε την επικαιρότητα, ψυχαναλυτικά. Πιο συγκεκριμένα, θα δούμε πως ζώντας περιορισμένοι στο σπίτι, με την σκιά του θανάτου να πλανάται, μπορούμε να μετατρέψουμε την καθημερινότητα που βιώνουμε, στο βαθμό που γίνεται, λιγότερο θανατηφόρα και άρα περισσότερο δημιουργική.

Οι τρεις εκδοχές του θανάτου

Ο Φρόϋντ βάζοντας τη σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο στο μικροσκόπιο κατέληξε ότι η σχέση αυτή είναι ιδιάζουσα, μη ενιαία και σίγουρα πολυσύνθετη. Υπό κανονικές συνθήκες, θεωρούμε τον θάνατο ως αναγκαίο κακό ή ως φυσικό τέλος, έχοντας την τάση να τον παραγκωνίσουμε από την σκέψη μας και την καθημερινότητά μας. Στην περίπτωση απώλειας αγαπημένου προσώπου, όντας ρημαγμένοι από την αφόρητη οδύνη του πένθους γεμάτοι υπαρξιακά ερωτήματα, μόνο ως φυσικό δεν μπορούμε να αποδεχτούμε το τέλος των δικών μας ανθρώπων.

Όταν η υγεία μας απειλείται μαζικά, όπως στην περίπτωση της πανδημίας, η σχέση μας με τον θάνατο μεταβάλλεται και πάλι. Από τον κορωνοϊό δεν πεθαίνει ένας αλλά πολλοί, δεν κινδυνεύει ένας, αλλά όλοι. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε τον θάνατο, μένει να τον παραδεχτούμε καθώς η παρουσία του στην ζωή μας εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Ποιους;

Αυτή τη στιγμή καλούμαστε να τα βγάλουμε πέρα με τριών ειδών θανάτου. Πρώτον, ο  θάνατος από τον κορωνοϊό, ο Πραγματικός. Κάποιοι συνάνθρωποί μας νοσούν και όντως πεθαίνουν από τον ιό και αυτό σαν γεγονός είναι αδύνατον να μην μας επηρεάσει, είτε τους γνωρίζουμε, είτε όχι.

Δεύτερον, ο Φαντασιακός θάνατος: «Μήπως νοσήσω και εγώ»; Η φαντασίωσή μας κατοικείται από φοβίες πιθανής μόλυνσης. Εξάλλου, για την Λακανική ψυχανάλυση το φαντασιακό είναι ένα από τα στοιχεία που μας επιτρέπει να δούμε τον θάνατό μας. Όπως μας αποκάλυψε ο Φρόϋντ, στο ασυνείδητό μας είμαστε αθάνατοι και τον θάνατό μας είμαστε ικανοί να τον συλλάβουμε μόνο ως θεατές. Είναι γνωστά τα φαντασιωτικά σενάρια των νευρωτικών που αναρωτιούνται πόσοι θα έρθουν στην κηδεία τους, ποιοι φίλοι τους θα κλαίνε κτλ.

Τρίτον, ο Συμβολικός θάνατος. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος που εγκυμονεί η παρατεταμένη απομόνωση στο σπίτι, ο «θάνατος» λόγω της ανίας, της παραίτησης, της συνεπακόλουθης καταθλιπτικής διάθεσης, ο θάνατος που δεν έχει καμία βιολογική αιτιολογία.

Πραγματικός, Φαντασιακός, Συμβολικός, ο θάνατος στις μέρες μας είναι έντονα παρών. Είναι δυνατόν ακόμα και σε αυτήν την ιδιάζουσα κατάσταση να πούμε ναι στη ζωή;

Φλεγόμενη επιθυμία

Στον αντίποδα του Συμβολικού θανάτου θα τοποθετήσουμε αυτό που στην ψυχανάλυση αποκαλείται επιθυμία και έχει το θράσος να αντιπαρατεθεί στη θλίψη και στην τελμάτωση.

Η ασυνείδητη επιθυμία είναι λαχτάρα, είναι αυτό για το οποίο όταν μιλάς, ακόμα και αν δεν το καταλαβαίνεις, λάμπουν τα μάτια σου. Η επιθυμία, ψυχαναλυτικά μιλώντας, είναι μια δύναμη που μπορεί να μας ωθήσει να ζήσουμε τη ζωή με δημιουργικό πάθος. Αυτή η φλόγα της επιθυμίας, συνώνυμο της ίδιας της ζωής, όντας μοναδική για τον καθένα, γειτνιάζει με το υποκειμενικό ταλέντο. Το πρόβλημα είναι ότι παρόλο που η επιθυμία είναι τόσο ενική και συνδέεται με την ιδιοσυγκρασία του κάθε ανθρώπου, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον ενδιαφερόμενο ακριβώς επειδή είναι ασυνείδητη.

Η δυσχερής πρόσβαση στην επιθυμία κάνει τους ανθρώπους να την αγνοούν, τότε όμως είναι που η ζωή αρρωσταίνει με ψυχικά συμπτώματα. Αναφέρομαι, για παράδειγμα, στην κλινική περίπτωση της κοπέλας που αφοσιώθηκε στις νομικές σπουδές με σκοπό να ικανοποιήσει το όνειρο του πατέρα της που ήθελε να γίνει δικαστής. Στην πορεία της ζωής οι κρίσεις πανικού, οι αδιέξοδες σχέσεις, η αδυναμία ολοκλήρωσης των σπουδών της, την οδηγούν στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι όπου η νεαρή αυτή κοπέλα βρίσκει τον χώρο να θυμηθεί και να αρθρώσει το δική της απωθημένη επιθυμία να γίνει δηλαδή νηπιαγωγός.

Σκοπός της ψυχανάλυσης είναι και να αποκωδικοποιήσει την επιθυμία. Εφόσον η τελευταία κατοικεί στο ασυνείδητο μοιράζεται την ίδια γλώσσα με αυτό. Πρόκειται για μια ιδιότυπη γλώσσα όπως αυτή των ιερογλυφικών και δεν ζητά τίποτα άλλο από το να αποκρυπτογραφηθεί. Όταν με την βοήθεια της ψυχανάλυσης καταφέρουμε να διαβάσουμε την επιθυμία μας, και έπειτα βρούμε το ηθικό κουράγιο να την πραγματώσουμε, πετυχαίνουμε να γίνουμε αυτό που είμαστε. Η ικανοποίηση που αντλούμε από την πραγμάτωση αυτής λειτουργεί ως ανάχωμα στην δυσφορία και είναι ικανή να μας στηρίξει σε ευάλωτες ψυχικά περιόδους.

Το θαύμα της έλλειψης

Η ιδιάζουσα συνθήκη που διανύουμε μας βρίσκει απομονωμένους στο σπίτι, σχεδόν σε συνθήκες εγκλεισμού. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτές οι περιοριστικές συνθήκες είναι ικανές να μας φέρουν πιο κοντά στην επιθυμία μας καθώς η τελευταία ανθεί σε ιδιαίτερες συνθήκες. Γόνιμο έδαφος για να καλλιεργηθεί είναι η έλλειψη και η ανεπάρκεια, δηλαδή το να μην τα έχεις όλα.

Ο Φρόιντ έθεσε ως θεμελιώδη νόμο, αυτόν της απαγόρευσης της αιμομιξίας, πάνω στον οποίο δομείται ο πολιτισμός και η κοινωνία. Η πατρική απαγόρευση καθιστά την μητέρα απρόσιτη ως ερωτικό αντικείμενο. Ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να απολαύσουμε την μητέρα μας ολοκληρωτικά, γεννιέται η επιθυμία για νέες ανακαλύψεις και απρόσμενες συναντήσεις: έρωτες, αγάπη, φιλία, μάθηση, τέχνη, ξένες γλώσσες, πνευματικότητα, αθλητισμός. Χάνουμε την πρωταρχική απόλαυση αλλά κερδίζουμε τη ζωή!

Η εμπειρία της πανδημίας καθίσταται μια μεταμορφωτική εμπειρία για τον καθένα μας ξεχωριστά. Ποτέ πια δεν θα είμαστε ίδιοι, όπως ο Καίσαρας αφού διέβη τον Ρουβίκωνα.

Τι μπορούμε να μάθουμε για τον εαυτό μας που δεν γνωρίζαμε; Πως μέσα από το χειρότερο θα αντλήσουμε το καλύτερο για εμάς; Τι καινούργιο μπορούμε να επινοήσουμε ως απάντηση στις ιδιότυπες απώλειες που αντιμετωπίζουμε; Θα χρειαστεί ένας βαθμός προσαρμοστικότητας και ευρηματικότητας. Άπτεται στον καθένα μας να ακούσει το κέλευσμα της δικής του επιθυμίας.

Ο Λακάν στο σεμινάριο της Ηθικής της ψυχανάλυσης χρησιμοποιεί τη ρήση του Πικάσο: «Δεν ψάχνω, βρίσκω». Δεν είναι λίγες οι φορές που η συνάντηση με την επιθυμία  προκύπτει τυχαία. Ένας ήχος, μια λέξη, μια ανάμνηση, μια μυρωδιά, αρκούν για αρχίσει ο μίτος της επινόησης να ξετυλίγεται. Το σίγουρο είναι ότι η υποκειμενική νοηματοδότηση αυτών που μας συμβαίνουν, όσο δυσάρεστα και αν είναι, απομακρύνοντάς μας από τις ταυτίσεις και αναδεικνύοντας την ταυτότητά μας, μας ωθούν να επινοήσουμε το δικό μας ξεχωριστό παυσίλυπο.

*Η Ηρώ Ζουμποπούλου είναι ψυχαναλύτρια. Εχει εργαστεί μεταξύ άλλων ως ψυχαναλύτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λονδίνου «City and Guilds» αλλά και στον τομέα της απεξάρτησης ουσιών στον ΟΚΑΝΑ.