ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ιατρική ποινική ευθύνη σε καθεστώς πανδημίας

i-iatriki-poiniki-eythyni-se-kathestos-pandimias-2372327

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως αυτή τη στιγμή, σε όλο τον πλανήτη, τα όρια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού δοκιμάζονται. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και όπως είναι γνωστό σε όλους μας, η άσκηση της ιατρικής επιστήμης είναι λειτούργημα με υπέρτατο σκοπό τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής. Ταυτόχρονα ο ιατρός σε κάθε περίπτωση επέλευσης έκτακτης ανάγκης ή μαζικής καταστροφής και ανεξάρτητα από την ένταξή του ή μη σε συγκεκριμένο σχέδιο της πολιτείας, υποχρεούται να προσφέρει τις υπηρεσίες του, έστω και χωρίς αμοιβή ή αποζημίωση. Συχνά όμως, ειδικότερα σε καταστάσεις πανδημίας όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, ο ιατρικός κόσμος τίθεται πέραν της αυξημένης ζήτησης των υπηρεσιών του και ενώπιον ηθικών διλημμάτων με σαφείς νομικές προεκτάσεις, των οποίων την επίλυση εκ των πραγμάτων δεν προορίζεται να αναλαμβάνει. Ηδη στην Ιταλία και στη Γαλλία, με διάχυτο τον φόβο και για τη Γερμανία, μοιραία, λόγω της ανάγκης ταυτόχρονης περίθαλψης μαζικού αριθμού ασθενών, η οποία και ξεπερνάει κατά πολύ τις πραγματικές δυνατότητες των εθνικών συστημάτων υγείας, το ιατρικό προσωπικό καλείται να αποφασίσει ποιος ασθενής με κορωνοϊό θα λάβει ιατρική περίθαλψη και ποιος όχι. Αποτέλεσμα αυτού είναι η παροχή βοήθειας στον έναν να αποτελεί τη σίγουρη καταδίκη σε θάνατο για τον άλλο.

Αυτόματα τίθεται το ερώτημα αν υπάρχουν κάποιοι κανόνες, κάποια συγκεκριμένα οριοθετημένα κριτήρια, με γνώμονα τα οποία θα μπορούσε να λάβει χώρα αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ ανθρώπινων ζωών σε κίνδυνο. Οι αρχές που πρέπει να διέπουν τη διαλογή ασθενών, γνωστή και με τον όρο Triage, απαντώνται σε πλούσια ιατρική και νομική βιβλιογραφία ανήκουσα στον τομέα της Ιατρικής των Καταστροφών. Υπό τον όρο «καταστροφή» εντάσσεται και μία πανδημική κρίση σαν τη σημερινή. Αφθονη είναι αντίστοιχα και η αρίθμηση των προτεινόμενων κριτηρίων μιας τέτοιας διαδικασίας. Από την ένταξη στις ΜΕΘ με βάση ηλικιακά κριτήρια, μέχρι του να δοθεί προτεραιότητα σε ασθενείς με υψηλό κοινωνικό στάτους ή ακόμα και σε ασθενείς πολύτιμους για τη διάσωση του υπόλοιπου νοσούντος πληθυσμού όπως οι ίδιοι οι ιατροί. Κρατούσα όμως είναι η άποψη ότι στόχος της διαλογής θα πρέπει να είναι η επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος για τον μεγαλύτερο αριθμό των θυμάτων. Εν αντιθέσει δηλαδή με το σύνηθες, προκρίνεται εν προκειμένω, αφού κατηγοριοποιηθούν οι ασθενείς ανάλογα με τη σοβαρότητά τους σε βαρύτερες και ελαφρότερες περιπτώσεις, να παρέχεται βοήθεια όχι σε εκείνο το περιστατικό που κρίνεται ως πιο επείγον αλλά σε εκείνο το οποίο έχει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχούς ανάρρωσης. Ταυτόχρονα επιβάλλεται η δημιουργία μιας κατηγορίας θυμάτων σε ιδιαιτέρως βαριά κατάσταση, η οποία αναπόφευκτα θα πρέπει να αφήνεται εντελώς αβοήθητη, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Ποια είναι έτσι η ποινική ευθύνη ενός ιατρού που σε αυτή την περίπτωση εγκαταλείπει τη σωτηρία ενός ασθενούς προκειμένου να σώσει κάποιον άλλο;

Αντίθετα με τον τομέα των μεταμοσχεύσεων, στον οποίο ενυπάρχει η αντίστοιχη προβληματική της διαλογής ανεπαρκούντων μέσων σωτηρίας σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών, η διαδικασία του Triage δεν έχει τύχει αντίστοιχης νομοθετικής πρόβλεψης. Οι κανόνες επίλυσης αυτού του τραγικού ηθικού διλήμματος έχουν αποτυπωθεί μόνο επί διακηρύξεων του Ιατρικού Παγκοσμίου Συνδέσμου, καθώς και αντίστοιχων οδηγιών ιατρικών συλλόγων. Ιταλική ιατρική κοινότητα εξέδωσε προ ολίγων ημερών, για παράδειγμα, οδηγίες διανομής των μονάδων εντατικής φροντίδας με βάση ηλικιακά δεδομένα, οι οποίες κατά τη συνταγματικά κατοχυρωμένη απόλυτη προστασία της αξίας της ανθρώπινης ζωής γίνονται ήδη αντικείμενο μομφής για την αντισυνταγματικότητά τους. Η ανθρώπινη αξία δεν μειώνεται με βάση τη διάρκειά της. Ούτε από τον ελληνικό Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας προσφέρεται κάποια λύση όταν εκείνος μόνο επιτάσσει τον ιατρό που βρίσκεται μπροστά σε σύγκρουση καθηκόντων να αντιμετωπίζει τη σύγκρουση αυτή με βάση την επιστημονική του γνώση, τη σύγκριση των εννόμων αγαθών που διακυβεύονται, τον απόλυτο σεβασμό της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας και τη συνείδησή του ότι επιτελεί λειτούργημα. Μπροστά δηλαδή στην περίπτωση όπως τη σημερινή, όπου διακυβεύονται δύο ίδια έννομα αγαθά, δηλαδή εκείνο της ζωής του ενός ασθενούς έναντι εκείνου της ζωής του άλλου, ο ιατρικός κόσμος μοιάζει εγκαταλελειμμένος από το δίκαιο, το οποίο κατά τ’ άλλα αναγνωρίζει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση στον ιατρό να παράσχει τις υπηρεσίες του στους ασθενείς του.

Τόσο στην ελληνική όσο και στη γερμανική ποινική θεωρία γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω περίπτωση εντάσσεται στην έννοια της σύγκρουσης καθηκόντων, η οποία αίρει τον άδικο χαρακτήρα της παράλειψης σωτηρίας. Γι’ αυτόν τον λόγο και αποκλείεται μία ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του ευρισκόμενου στη συγκρουσιακή αυτή συνθήκη. Οταν δηλαδή ο ιατρός βρίσκεται αντιμέτωπος με την εκπλήρωση δύο ή περισσότερων καθηκόντων ενέργειας, δηλαδή την υποχρέωση να επέμβει και να σώσει τη ζωή δύο ή περισσότερων ασθενών, ενώ αντικειμενικά μπορεί να εκπληρώσει μόνο τη διάσωση του ενός, το δίκαιο δεν μπορεί να επιτάσσει από τον υποκείμενο σε αυτό να κατορθώσει το αδύνατο, δηλαδή την ταυτόχρονη σωτηρία όλων. Ετσι, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ο ευρισκόμενος σε μία τέτοιου είδους διλημματική κατάσταση δεν συμπεριφέρεται άδικα εφόσον εκπληρώσει το σοβαρότερο καθήκον, το έστω και κατά τι βαρύτερο από αυτά, ενώ αν δε είναι ίσης βαρύτητας, όπως στην εν λόγω περίπτωση, εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση του να αποφασίσει, ποιο από τα δύο ή περισσότερα θα επιλέξει να εκπληρώσει. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι η ύπαρξη σύγκρουσης μεταξύ καθηκόντων ενέργειας και όχι η σύγκρουση μεταξύ ενός καθήκοντος ενέργειας με εκείνο ενός καθήκοντος παράλειψης μιας ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι είναι αμφίβολο αν ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αίρεται, όταν ο ιατρός προκειμένου να περιθάλψει έναν ασθενή με περισσότερες πιθανότητες ανάρρωσης στερήσει από έναν άλλον ασθενή τη νοσοκομειακή φροντίδα που ήδη λαμβάνει.

Η ιατρική επιστήμη ήδη έχει αφιερωθεί στην ανακάλυψη εκείνου του εμβολίου που θα σώσει τους χιλιάδες των νοσούντων με κορωνοϊό. Αυτό που αδιαμφισβήτητα δεν μπορούμε να απαιτούμε από εκείνη είναι να διαμορφώσει το κριτήριο αξιολόγησης ως προς το ποιος θα λάβει τις υπηρεσίες της και ποιος όχι. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι επιτακτική η ανάγκη θέσπισης συγκεκριμένων ενιαίων κριτηρίων διαχωρισμού των ασθενών, καθώς δεν μπορεί από κανέναν να προσδοκάται, χωρίς τη στήριξη ενός ρητού νομικού πλαισίου, να λαμβάνει αποφάσεις επί ζωής και θανάτου, να ορίζει όχι το πώς κάποιος μπορεί να σωθεί αλλά το ποιος δικαιούται να σωθεί.

* Ο κ. Ιωάννης Επιτροπάκης είναι δικηγόρος Αθηνών, διδάκτωρ Ιατρικού Ποινικού Δικαίου του Πανεπιστημίου του Μονάχου.