ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κληρικοί και ελευθερία της έκφρασης

klirikoi-kai-eleytheria-tis-ekfrasis-2373750

Η Διαρκής Ι. Σύνοδος, η οποία συνεδρίασε την 1.4.2020 για να επανεξετάσει τις εκκλησιαστικές προεκτάσεις της πανδημικής έξαρσης του COVID-19, έλαβε την ορθή απόφαση να αποδεχθεί την κυβερνητική πρόθεση, όπως αυτή διατυπώθηκε στα ΜΜΕ από την αρμόδια υπουργό επί της Παιδείας, για την «επαναλειτουργία» των εκκλησιών, ιδίως τη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα, «κεκλεισμένων των θυρών», με μόνη την παρουσία του ιερέα και του ψάλτη. Η απόφαση αυτή «οικονομεί», τουλάχιστον υπό τις παρούσες, όλως έκτακτες συνθήκες, τα πράγματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθώς και την ελευθερία της λατρείας «διασώζει» και τη δημόσια υγεία δεν διακινδυνεύει. Ωστόσο, η ακροτελεύτια παράγραφος (με αρ. 9) της συνοδικής διαγνώμης προκαλεί ευλόγως προβληματισμό. Σύμφωνα με αυτήν, η Ι. Σύνοδος «[…] δεν επιτρέπει πλέον σε κανέναν απολύτως, Αρχιερέα, Ιερέα, Διάκονο, Μοναχό ή άλλον εργάτη της Εκκλησίας, να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις ή εμφανίσεις στα μέσα της Γενικής Ενημερώσεως και το Διαδίκτυο» γύρω από το εν λόγω ζήτημα.

Είναι γεγονός ότι η απαγόρευση αυτή είναι, ίσως, καινοφανής μόνο ως προς την απολυτότητά της. Και τούτο, διότι υπάρχει ιστορικό προηγούμενο, το οποίο μάλιστα τέθηκε και στο μικροσκόπιο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πιο συγκεκριμένα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο κλήθηκε το 1985 να κρίνει τη συνταγματικότητα Εγκυκλίου της Ι. Συνόδου της 9.9.1983, η οποία επέτρεπε την εμφάνιση στα ΜΜΕ κληρικών ή μοναχών μόνο έπειτα από άδεια της Διαρκούς Ι. Συνόδου. Ωστόσο, το Δικαστήριο (3471/1985) δεν εξέτασε τελικώς την ουσιαστική συνταγματικότητα του περιορισμού στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, αλλά ακύρωσε τη συνοδική εγκύκλιο ως ανυπόστατη, καθώς, ως κανονιστική διοικητική πράξη, δεν είχε δημοσιευθεί, ως ώφειλε, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην ίδια συνάφεια βρίσκεται και Εγκύκλιος της Ι. Συνόδου του έτους 2015, η οποία, με θέμα «Λειτουργία ιστοσελίδων εκ μέρους εκκλησιαστικών φορέων και εκ μέρους κληρικών και μοναχών», επιχείρησε να θέσει όρια στη χρήση της διαδικτυακής πληροφόρησης και κοινωνικής δικτύωσης κληρικών και μοναχών…

Κατά το Σύνταγμα, η δημόσια έκφραση των στοχασμών και της γνώμης και η συμμετοχή στην «κοινωνία της πληροφορίας» είναι κατοχυρωμένη για όλους (άρθ. 5Α και 14), συνεπώς και για τους κληρικούς, υπό την προϋπόθεση κυρίως της τήρησης των σύμφωνων με το Σύνταγμα νόμων. Η ανεξαίρετη, πάντως, απαγόρευση σε κληρικούς κάθε βαθμού να εκφράζονται ελεύθερα στα ΜΜΕ για να μην αναδειχθούν ενδεχομένως αποκλίνουσες γνώμες ή αντιρρητικές θέσεις που θα δίχαζαν την κοινωνία των πιστών, αποτελεί γενικό προληπτικό μέτρο, που πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα της ελευθερίας της έκφρασης και δύσκολα συμβαδίζει με το Σύνταγμα. Εξάλλου, εάν διαπιστωθεί in concreto ότι ο λόγος που εκφέρεται σχετικώς παραβιάζει για οποιονδήποτε λόγο τους κανόνες που διέπουν την Εκκλησία της Ελλάδος, η τελευταία έχει τη δυνατότητα εκ των υστέρων να ελέγξει τον υπαίτιο και να του επιβάλει, καθʼ ο έχει δικαίωμα, τις προβλεπόμενες ποινές. Διάφορο είναι, ασφαλώς, το ζήτημα να χρησιμοποιεί ο κληρικός τα ΜΜΕ για να προκαλέσει ή διεγείρει σε διάπραξη εγκλήματος (άρθ. 184 Π.Κ.), συνιστώντας απείθεια στα περιοριστικά μέτρα που έχει νομοθετήσει η Πολιτεία και έχει, ορθώς, αποδεχθεί, «με πολύ πόνο και αίμα καρδιάς», η Εκκλησία. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για άσκηση δικαιώματος, αλλά για παραβίαση των επιτρεπτών ορίων άσκησής τους. Πάντως, οι περιπτώσεις αυτές δεν πρέπει να αποτελούν δικαιολογία για την παραβίαση του Συντάγματος και των θεμελιωδών ελευθεριών που αυτό κατοχυρώνει, μέσω γενικών και προληπτικών μέτρων που αναιρούν τον ίδιο τον πυρήνα των δικαιωμάτων.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών
** Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στην ίδια σχολή.