ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ψηφιακή εποχή και τα προβλήματα για ανθρώπους της τρίτης ηλικίας

gkat_03_1604_page_1_image_0002

15 Απριλίου 2020. Σήμερα κλείνω τα ογδόντα χρόνια. Το πρώτο τηλεφώνημα για ευχές ήλθε από τον καλό φίλο Αλέξη Παπαχελά στις 9.38. Αφού μου ευχήθηκε, μου ζήτησε να γράψω το σημερινό κομμάτι. Δεν είμαι βέβαιος αν μου το ζήτησε λόγω ηλικίας ή λόγω της ενασχόλησής μου με την πληροφορική από το 1967. Λίγη σημασία έχει. Το θέμα είναι ενδιαφέρον και το αντιμετώπισα στην επαγγελματική δραστηριότητα, επανειλημμένα.

Οταν πρότεινα μια νέα διαδικασία, είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο χώρο, η συνήθης αντίρρηση που άκουγα ήταν: «Και οι μεγάλοι άνθρωποι τι θα κάνουν;». Η στερεότυπη απάντησή μου στο ερώτημα ήταν: «Ξέρετε, στο εξωτερικό μόλις κάποιος κλείσει τα 65 χρόνια του, τον εκτελούν ώστε να μην αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα». Ελάτε να σοβαρευτούμε. Η βίαιη είσοδός μας στην ψηφιακή εποχή, πράγματι δημιούργησε προβλήματα στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, αλλά αυτά δεν είναι ανυπέρβλητα.

Θα ξεκινήσω με ένα παράδειγμα. Ο σημερινός υπουργός Τουρισμού, Χάρης Θεοχάρης, όταν ήταν γενικός γραμματέας στη Γ.Γ. Πληροφορικών Συστημάτων το 2012, πήρε τη ριζοσπαστική απόφαση να υποβάλλονται όλες οι δηλώσεις ηλεκτρονικά. Τέρμα η χειρόγραφη δήλωση. Κανένας δεν θυμάται τις αντιρρήσεις και τα πρωτοσέλιδα. Ολοι μιλούσαν για τους ηλικιωμένους. Το μέτρο πέτυχε, με σημαντικά οφέλη (ταχύτητα και οικονομία) και όσοι είχαν αντιρρήσεις έχουν μείνει με τις επιφυλάξεις τους.

Το πρόβλημα είναι κυρίως ψυχολογικό. Ο συνταξιούχος δεν έχει πολλά πράγματα να κάνει και επιδιώκει την πρόσωπο με πρόσωπο συναλλαγή. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί συνταξιούχοι προτιμούν να περνούν ώρες σε ένα τραπεζικό κατάστημα, απολαμβάνοντας τη δροσιά του κλιματισμού, ενώ θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από τα αυτόματα μηχανήματα. Πριν από μερικούς μήνες συνάντησα έναν συμφοιτητή μου από το Πολυτεχνείο, ο οποίος μου εξομολογήθηκε ότι είναι δυστυχισμένος γιατί δεν έχει τίποτα να κάνει. Πράγματι, ο συνταξιούχος δεν έχει πολλά πράγματα να κάνει και προτιμά να πάει να πληρώσει ένα λογαριασμό ή να ενημερώσει το βιβλιαράκι του ταμιευτηρίου του για να περάσει η μέρα του. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο αντικίνητρο. Για τον λόγο αυτό η είσοδος στην ψηφιακή εποχή πρέπει να γίνει υποχρεωτικά.

Θυμάμαι, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, όταν η CitiBank εγκατέστησε τα πρώτα συστήματα Αυτόματων Συναλλαγών στα καταστήματά της, υποχρέωνε τους πελάτες της να εκτελούν τις συναλλαγές τους εκεί και όχι στο γκισέ. Διέθετε, μάλιστα, υπαλλήλους οι οποίοι εκπαίδευαν τον κόσμο στη χρήση αυτών των συστημάτων που σήμερα υπάρχουν σε όλες τις τράπεζες. Μπορεί να σας φαίνεται δύσκολο να το πιστέψετε, αλλά είχα τεράστιες δυσκολίες να πείσω μια μεγάλη τράπεζα για τη χρησιμότητα αυτών των συστημάτων με κυριότερη αντίρρηση, την αντιμετώπιση της μεγάλης ηλικίας. Σήμερα και αυτή η τράπεζα κάνει ευρεία χρήση των συστημάτων αυτοεξυπηρέτησης. «Ανάγκα και θεοί πείθονται».

Είμαι αρκετά μεγάλος και έχω ζήσει πάρα πολλές περιπτώσεις όπου όλοι πίστευαν «ότι αυτά δεν γίνονται στην Ελλάδα» και όμως έγιναν. Η ψηφιακή εποχή είναι εδώ όπως το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο, ο ηλεκτρισμός και πρέπει να μάθουμε να ζούμε σε αυτή. Δυστυχώς, δεν υπάρχει «βασιλική οδός», αλλά υποχρεωτική μάθηση.
Τέλος, είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι γέρος δεν είναι αυτός που μεγάλωσε ηλικιακά, αλλά αυτός που δεν μπορεί να μάθει. Εχω γνωρίσει νέους ανεπίδεκτους μαθήσεως και γέρους 85 και 90 χρονών που τους έμαθα να χρησιμοποιούν το Excel.

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.