ΚΟΙΝΩΝΙΑ

#Stayhome Μιχάλης Μαδένης: Μαγειρεύοντας τη ρεβιθάδα του Τέτση

gkat_02_3004_page_1_image_0001

«Δεν έχω email, Ιnternet, εννοείται όχι Facebook και τα σχετικά. Είμαι παλιομοδίτης και το απολαμβάνω», με προλαβαίνει ο Μιχάλης Μαδένης όταν του ζητώ να μου στείλει τα έργα πάνω στα οποία δουλεύει αυτόν τον καιρό. «Να ένας ευτυχής άνθρωπος της αναλογικής εποχής» είπα και εγώ από μέσα μου, διότι πράγματι τον άκουσα «γεμάτο» και ευχαριστημένο: «Οπως φαντάζεσαι, δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα στη ζωή μου», μου είχε πει πιο πριν. «Είμαι στο σπίτι-εργαστήριο και ζωγραφίζω ακατάπαυστα. Δεν μου έχει λείψε τίποτε, διότι λόγω χαρακτήρος πάντα κάνω προμήθειες, ιδιαίτερα στα είδη της δουλειάς μου. Να φανταστείς, έσωσα και κάνα δυο φίλους συναδέλφους που τους είχαν τελειώσει χρώματα, τελάρα και συναφή, διότι είχα περίσσευμα και δεν μπορούσαν να τα αγοράσουν, αφού ήταν κλειστά τα μαγαζιά».

«Η μοναχική εργασία είναι τρόπος ζωής για εμάς τους καλλιτέχνες. Μια κατάσταση φυσιολογική», τονίζει. «Εχω μεγάλη όρεξη για ζωγραφική. Η κατάσταση εκεί έξω έχει φέρει σε όλους μας συναισθηματική φόρτιση. Ετσι, έχει μαζευτεί εντός μου ψυχικό καύσιμο, πρώτη ύλη, που βγαίνει στον καμβά. Αλλά και τις ημέρες που νιώθω πως δεν έχω την ίδια δύναμη, θυμάμαι τα λόγια του δασκάλου μου, του Τέτση: “Τα καλύτερα έργα γίνονται όταν μπεις στο ατελιέ και δεν έχεις διάθεση, αλλά επιμείνεις”». Ο Μιχάλης Μαδένης κάνει συχνά αναφορές στον ζωγράφο με τον οποίο είχε σύνδεση και φιλία έως την τελευταία του πνοή. Μαζί με τον Γιώργο Ρόρρη, ήταν οι πιο αγαπημένοι μαθητές του, με τους οποίους πήγαινε συνέχεια στο σπίτι της Υδρας.

stayhome-michalis-madenis-mageireyontas-ti-revithada-toy-tetsi0
Το πορτρέτο του Δημήτρη Λιγνάδη ως Μακμπέθ.

«Εκτός από τις βόλτες, η καθημερινή του ασχολία ήταν η μαγειρική. Πίστευε ότι ένας καλός ζωγράφος πρέπει να είναι και καλός μάγειρας, μιας και τα δύο αυτά πράγματα έχουν την “κουζίνα” τους. Η αγαπημένη του συνταγή ήταν η ρεβιθάδα Σίφνου. Μούλιαζε τα όσπρια αποβραδίς, με χοντρό αλάτι πάντα.

Το πρωί τα ξέβγαζε καλά και τα έβαζε σε μια κατσαρόλα με βρόχινο νερό. Μόλις έπαιρναν βράση, τα ξάφριζε και στη συνέχεια τα σούρωνε και τα έβαζε μέσα σε μια πήλινη γάστρα με ένα κρεμμύδι, λάδι, αλάτι, πιπέρι και νερό, ίσα που να τα σκεπάζει. Τα έψηνε σε πολύ χαμηλή φωτιά για πολλές ώρες. Τα τρώγαμε χυλωμένα και πεντανόστιμα το βράδυ», μου λέει ο ζωγράφος.

«Εκτός από το μαγείρεμα, που το ευχαριστήθηκα στην καραντίνα, απόλαυσα και το διάβασμα. Ξαναμελέτησα ζωγράφους που αγαπώ, κατέβασα βιβλία και καταλόγους αναδρομικών τους από τα ράφια μου. Καμιά φορά σκέπτομαι: “Θεέ μου, τι θα έκανα αν δεν είχα τη ζωγραφική;”. Νομίζω πως θα έπλεα σε μια θάλασσα απελπισίας».