ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια

mathimena-ta-voyna-ap-ta-chionia-2376464

Σήκωσαν τα βάρη μιας ολόκληρης ζωής, στήριξαν όχι μόνο οικογένειες αλλά και τη χώρα σε δύσκολες δεκαετίες. Δέχθηκαν βαρύ πλήγμα την περίοδο των μνημονίων, με μεγάλες περικοπές στις συντάξεις και την ταπεινωτική κατηγορία «μαζί τα φάγαμε». Φρόντισαν παιδιά και εγγόνια, είδαν τις οικονομίες τους να εξανεμίζονται, γέλασαν με τη νέα ζωή, δάκρυσαν με τις καινούργιες δυσκολίες και τώρα, που έλεγαν πως βρήκαμε μια ισορροπία, ήλθε… ο κορωνοϊός.

Τους βλέπουμε στο μπαλκόνι τους, στην τσιμεντένια σκήτη τους, να ατενίζουν το αύριο, με ανησυχία αλλά και συγκρατημένη αισιοδοξία, τόσο μακριά αλλά και τόσο κοντά τελικά στους δικούς τους ανθρώπους. Είναι οι ηλικιωμένοι και οι συνταξιούχοι, «ερημίτες» μιας ψηφιακής εποχής, που αρκετοί δεν πρόλαβαν να μάθουν τη γλώσσα της.

Μοναχικό Πάσχα

«Φέτος το Πάσχα για πρώτη φορά πέρασα γιορτινή μέρα μόνη μου. Πάντοτε ανταμώναμε με τις κόρες μου και τις οικογένειές τους. Φέτος είπαμε για λόγους προφύλαξης να μείνουμε χωριστά. Τα εγγόνια μού λείπουν πολύ, τα έχω δει από κοντά να μεγαλώνουν. Βοηθάει λίγο που τα πιο μικρά με παίρνουν τακτικά τηλέφωνο και τα λέμε. Με νοιάζονται κι αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα», λέει στην «Κ» η κ. Δέσποινα Χατζηκωνσταντίνου, 90 ετών.

Ζει μόνη της σε ένα διαμέρισμα, τα ψώνια τα φέρνει η κόρη της με όλα τα μέτρα ασφαλείας (μάσκα, γάντια, βγάλσιμο παπουτσιών κ.λπ.). Είναι και η μόνη επαφή από «κοντά», κι αυτό για λίγο. Το κολυμβητήριο, ανάγκη για το σώμα και το μυαλό, σταμάτησε. «Ευτυχώς βγαίνω για περπάτημα, έχουμε αρκετούς ελεύθερους χώρους στου Παπάγου. Εχασα το θέατρο και τον κινηματογράφο, προσπαθώ να τα αντικαταστήσω με καμιά ταινία στην τηλεόραση και με περισσότερο διάβασμα», λέει η κ. Χατζηκωνσταντίνου. Σωτήριο και το τηλέφωνο για την επικοινωνία με τις φίλες της. 

«Περάσαμε πρόσφατα δύσκολες εποχές, όταν με τα μνημόνια η σύνταξη έχασε το ένα τρίτο της», λέει. Ολα αυτά έρχονται ξανά στον νου. Αλλά οι πιο οδυνηρές αναμνήσεις, ειδικά τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού, αφορούσαν δραματικές πλευρές της παιδικής ηλικίας.

«Βλέποντας τα πτώματα στη βόρεια Ιταλία, τα φορτηγά με τα φέρετρα, τους ανοικτούς τάφους στην Αμερική, συγκλονίστηκα. Η σκέψη μου γύρισε πίσω στο 1941, όταν έχασα τον πατέρα μου στον λιμό στην Αθήνα, 11 χρόνων κοριτσάκι, τα ανοικτά κάρα του δήμου που μάζευαν τους τυμπανισμένους από την πείνα νεκρούς. Πέρασαν σαν ταινία από μπροστά μου η Κατοχή, η πείνα, οι Γερμανοί, οι αντάρτες, ο Εμφύλιος στα σοκάκια της γειτονιάς μου, στη Νέα Ιωνία. Ηταν ανάγκη να τα ξαναθυμηθώ όλα αυτά;», αναρωτιέται η κυρία Δέσποινα. Η σκέψη της τώρα φεύγει μπροστά: «Πόσο θα χρειαστεί να μείνουμε μέσα εμείς οι ηλικιωμένοι;». Το καλοκαίρι συνήθιζε να πηγαίνει στην Κάλυμνο. Τι θα γίνει φέτος;

Αποκλεισμένος στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι είναι και ο 73χρονος Κώστας Ηλιόπουλος, συντροφιά με τη γυναίκα του. «Πάλι τα περήφανα γηρατειά θα σηκώσουμε τον σταυρό. Το 2012, όταν ο γιος μας είχε μείνει άνεργος, στηρίξαμε τα παιδιά, είχαν και δύο μικρά παιδάκια, τα εγγονάκια μας. Τότε μέναμε σπίτι γιατί δεν μας περίσσευε φράγκο. Κρατούσαμε και τα εγγονάκια, όταν έβρισκε ο γιος μας και η νύφη μας κανένα μεροκάματο. Ετσι δεθήκαμε πολύ μαζί τους. Τώρα, μας πονάει πολύ που δεν τα βλέπουμε. Μερικές φορές περνούν από κάτω και μιλάμε από το μπαλκόνι. Κάτι είναι κι αυτό…», λέει στην «Κ» ο κ. Ηλιόπουλος.

Προβλήματα υγείας τον υποχρεώνουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. «Ψωνίζουν τα παιδιά και μας αφήνουν τις σακούλες στην είσοδο», μας λέει. Οσο για το πότε θα βγουν από την απομόνωση, το μόνο που ξέρουν είναι πως ανυπομονούν…

Ευπαθής και υπεύθυνος

Συνειδητοποιημένος και «οχυρωμένος» ψυχολογικά στο διαμέρισμά του στην Αγία Παρασκευή είναι ο 63χρονος Παναγιώτης Πολίτης, με πνευμονολογικό ιστορικό, που τον εντάσσει στις ιδιαιτέρως ευπαθείς κατηγορίες.

«Δεν το κουνάω ρούπι από τη σκήτη μου, μέχρι να βρεθεί φάρμακο μαζικής χρήσης κι εμβόλιο. Ξέρω πως εάν συμβεί κάτι και χρειαστεί να πάω στο νοσοκομείο, θα επιβαρυνθεί πολύ η κόρη μου κι αυτό δεν το θέλω.

Αρα, κρατώ τα μέτρα αυτοπροστασίας όσο πιο σχολαστικά μπορώ. Ή το κάνεις ή δεν το κάνεις», λέει στην «Κ».

Ο κ. Πολίτης δεν βγαίνει παρά μόνο για λίγο περπάτημα, σε δρόμους που είναι σχεδόν έρημοι, ενώ στο αυτοκίνητο μπαίνει μόνο για να το βάλει λίγο εμπρός και να φορτίσει την μπαταρία. Τα δύο εγγονάκια, 3 και 4,5 ετών, του λείπουν πολύ, τα βλέπει μόνο μέσω υπολογιστή. «Είχα ασχοληθεί πολλές ώρες, γιατί η κόρη και ο γαμπρός μου εργάζονταν πολλές ώρες. Εκανα κανονικό babysitting, αλλά από 10 Μαρτίου τέρμα, τα κεφάλια μέσα. Στο σπίτι δεν μπαίνει κανένας. Ακόμα και τα γενέθλια γιορτάστηκαν ψηφιακά. Το κεράκι έσβησε στην οθόνη. Και οι φίλοι των παιδιών χειροκροτούσαν μέσω κάμερας».

Ο κ. Πολίτης εργάζεται με τηλεργασία 2-3 ημέρες την εβδομάδα, ενώ το πάθος του για το διάβασμα, την Ιστορία και τα… αρχεία του τον κρατάει ενεργό μέχρι αργά το βράδυ. Και για ξεμούδιασμα παρακολουθεί ένα διαδικτυακό πρόγραμμα πιλάτες δύο φορές την εβδομάδα. Τρόφιμα, φρέσκα λαχανικά και φρούτα προμηθεύεται μέσω ντελίβερι από μικρά καταστήματα (συνήθως βιολογικά), τα οποία είτε θα μείνουν για τρεις ημέρες στο μπαλκόνι είτε –εάν χρειάζονται ψυγείο– θα απολυμανθούν προσεκτικά.

Ο κ. Πολίτης είναι αποφασισμένος: «Θα μείνω μέσα όσο χρειαστεί. Δεν θα το ρισκάρω». 

Ακόνισμα μυαλού, τι άλλο;

«Αποκλεισμένη» στο διαμέρισμά της, με έναν όροφο να τη χωρίζει από την κόρη της και την οικογένειά της, είναι και η κ. Λούλα Μπάρλου. «Παρ’ όλα αυτά, τα παιδιά δεν έρχονται στο σπίτι, φοβούνται, κρατούν τις αποστάσεις. Τι άλλο να κάνουμε; Ακόμα και τα ψώνια τα αφήνουν στις σκάλες, ενώ η επικοινωνία γίνεται από τα μπαλκόνια», λέει στην «Κ» η κ. Μπάρλου. Η ημέρα της περνάει με δουλειές στο σπίτι, διάβασμα και πλοήγηση στο Διαδίκτυο. «Για να ακονίζω το μυαλό μου παίζω σκάκι, σκραμπλ και άλλα παιχνίδια».

«Φοβάμαι για το επόμενο διάστημα, μήπως η χαλάρωση των μέτρων οδηγήσει σε μεγάλη διασπορά του ιού. Πρέπει να είμαστε όλοι πολύ προσεκτικοί, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το προηγούμενο διάστημα, ειδικά οι ηλικιωμένοι», σημειώνει με ανησυχία.

Το καλοκαίρι συνήθως έμενε στην Αθήνα, αλλά και πάλι η θάλασσα ήταν μια διέξοδος, και όχι μόνο για δροσιά. «Φέτος θα χρειαστεί υπομονή», μοιάζει να είναι η απόφαση πολλών μεγαλύτερων σε ηλικία συνανθρώπων μας.