ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Δεν μπορώ να αγκαλιάσω ανθρώπους που αγαπώ»

den-mporo-na-agkaliaso-anthropoys-poy-agapo-2377254

«Με τον καρκίνο συμβαδίζω εδώ και πέντε χρόνια, τον ξέρω, με ξέρει, είναι μια γνώριμη απειλή. Η COVID-19, όμως, ήταν μια νέα απειλή, άγνωστη, αόρατη και χωρίς θεραπεία. Γνωρίζοντας πως το ανοσοποιητικό μου έχει ταλαιπωρηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια από τις χημειοθεραπείες, όταν συνειδητοποίησα με τι έχουμε να κάνουμε, αγχώθηκα», λέει η δημοσιογράφος Μαρία Κωβαίου. Τις τελευταίες εβδομάδες χρειάστηκε να εντάξει στην καθημερινότητά της μέτρα και απαγορεύσεις απαραίτητες για την προστασία της από τον κορωνοϊό, μαζί με χιλιάδες άλλους ανθρώπους στην Ελλάδα και εκατομμύρια ανά τον κόσμο που ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες. Ηλικιωμένοι, άνθρωποι με χρόνιες ασθένειες και επιβαρυμένη υγεία, ανάπηροι, άστεγοι και όσοι ακόμη τα επιστημονικά δεδομένα χαρακτήρισαν «ομάδες υψηλού κινδύνου» βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια άγνωστη αλλά δυνάμει θανατηφόρο απειλή, με το lockdown και άλλους περιορισμούς που ήρθαν να περιπλέξουν μια καθημερινότητα ήδη δύσκολη για πολλούς.

Η Μαρία άρχισε αμέσως να χρησιμοποιεί μέσα ατομικής προστασίας και μπήκε σε οικειοθελή καραντίνα. Αρχισε να εργάζεται από το σπίτι. «Εχει τα καλά του αλλά και τα κακά του. Μπορεί να μη χάνω τόσες ώρες της ζωής μου πηγαινοερχόμενη στη δουλειά, αλλά τώρα που το σπίτι έχει γίνει και γραφείο, συχνά νιώθω πως δεν σταματάω ποτέ να δουλεύω. Το δυσκολότερο πριν εφαρμοστούν τα μέτρα ήταν το σούπερ μάρκετ, το ότι έπρεπε να συγχρωτιστώ με τόσο κόσμο. Μετά τα μέτρα με άγχωνε ότι έπρεπε να περιμένω μέσα στο κρύο σε εκείνες τις πελώριες ουρές, γι’ αυτό και άρχισα να πηγαίνω σούπερ μάρκετ στις 07.00. Οταν τελικά έδωσαν προτεραιότητα σε ηλικιωμένους και ΑΜΕΑ, άρχισα να χρησιμοποιώ την πιστοποίηση ΑΜΕΑ και έμπαινα πρώτη». Είναι άραγε ευκολότερο για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να παλεύει για την υγεία του να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα απειλή; «Είναι πολύ υποκειμενικό αυτό. Τη νόσο μου την αντιμετώπισα εξαρχής με μεγάλη ψυχραιμία, ορθολογισμό και επαγγελματισμό. Την είδα σαν “δουλειά”: Τώρα έχουμε αυτό να κάνουμε, πρέπει αυτά να γίνουν. Ακουγα τους γιατρούς, ήμουν συνεπής στα ραντεβού, έγραφα λεπτομερώς τα πάντα. Προσπαθούσα να έχω έναν κάποιο έλεγχο μιας κατάστασης που αναπόφευκτα δεν ήλεγχα και δεν ελέγχω. Αυτό με βοηθούσε να μην βουλιάζω στην απόγνωση. Ετσι και τώρα. Οργανώθηκα και αντιμετώπισα την COVID-19 με ορθολογισμό, χωρίς βέβαια να σημαίνει πως δεν με άγχωνε το αόρατο της απειλής. Εκείνο, όμως, για το οποίο δεν ήμουν προετοιμασμένη ήταν ο εγκλεισμός. Επειδή την τελευταία πενταετία έχω βιώσει μεγάλες περιόδους εγκλεισμού λόγω των παρενεργειών από τις χημειοθεραπείες, πίστευα πως θα ήμουν εντάξει με την απομόνωση. Οπως αποδείχθηκε, αυτός ήταν ένας άλλου τύπου εγκλεισμός, χειρότερος, για τον οποίο δεν ήμουν έτοιμη. Ετσι, πέρασα αρκετές εβδομάδες βιώνοντας ένα ανεξήγητο άγχος».

Το ότι δεν μπορεί να δει τον αγαπημένο του εγγονό είναι το υψηλό κόστος της καραντίνας για τον 78χρονο κ. Παναγιώτη Στάππα, ο οποίος έχει συμπληρώσει ήδη δύο μήνες παραμονής στο σπίτι. «Πριν από τον κορωνοϊό φρόντιζα για τα ψώνια του σπιτιού, περνούσα χρόνο με τον εγγονό μου, έκανα βόλτες. Δεν ήμουν ποτέ του καφενείου, οπότε δεν μου λείπει», λέει. «Αυτό που μου λείπει είναι ότι δεν μπορώ να αγκαλιάσω τους ανθρώπους που αγαπώ». Η μέρα του ίδιου και της συζύγου του περνάει με ραδιόφωνο, λίγη τηλεόραση και πολλά τηλεφωνήματα σε φίλους και συγγενείς: «Μιλάμε με δέκα-δεκαπέντε ανθρώπους την ημέρα, για να μάθουμε νέα τους, να αλληλοπαρηγορηθούμε, να καταπολεμήσουμε τη μοναξιά». Τα ψώνια τους έρχονται στο σπίτι μέσω της υπηρεσίας ντελίβερι του σούπερ μάρκετ και μιας καλής φίλης που τους προμηθεύει με τα απαραίτητα.

Την παράδοση κατ’ οίκον έχει επιλέξει και η κ. Ελένη Κοζή, πάσχουσα από διαβήτη και ινσουλινοεξαρτώμενη, με επιβαρυμένο αναπνευστικό. Από τις αρχές Μαρτίου παραμένει στο σπίτι με τον σύζυγο και τη 10χρονη κόρη τους, χωρίς επαφές με άλλους ανθρώπους. Δεν δυσανασχετεί για τον αναγκαστικό περιορισμό της στο σπίτι: «Οταν έχεις κάποιο σοβαρό πρόβλημα, δεν παραπονιέσαι, δεν γκρινιάζεις, δεν λες ότι θέλεις να βγεις έξω. Δεν σου λείπει η ελευθερία, γιατί η ασφάλεια και η υγεία είναι πιο σημαντικές». Της έχει λείψει, όμως, η θάλασσα και η άσκηση. «Πριν από την καραντίνα πήγαινα κολυμβητήριο, τώρα έχω σταματήσει. Και αυτό με επιβαρύνει για έναν πρόσθετο λόγο, ότι αναγκάζομαι να αυξήσω τις μονάδες ινσουλίνης που παίρνω.  Τη ρωτάω αν έχει βγει κάτι θετικό από αυτή την κατάσταση: «Νομίζω ότι, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, οι άνθρωποι ήρθαμε πιο κοντά. Μιλάμε πιο ανθρώπινα με τους άλλους, δεν κάνουμε τυπικά τηλεφωνήματα. Παρότι είμαστε μακριά, είναι πιο ουσιαστικές οι συζητήσεις και οι σχέσεις».

«Πεθύμησα…»

Αντιμέτωπος με μια δύσκολη καθημερινότητα ήρθε και ο κ. Στάθης Παπαναστασίου, πωλητής δρόμου του περιοδικού «Σχεδία». Ο κύριος Στάθης είναι 71 ετών, μένει σε ένα μικρό διαμέρισμα ημιωρόφου στον Νέο Κόσμο και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Τις πρώτες ημέρες του περιορισμού του στο σπίτι, όταν ανεστάλη και η έκδοση του περιοδικού, δεν είχε ρεύμα και η μέρα έμοιαζε ατελείωτη. Μαζί με την επανασύνδεση του ηλεκτρικού μπήκε ξανά στη ζωή του η τηλεόραση, στην οποία παρακολουθεί με πάθος ντοκιμαντέρ. Γεμίζει τις ώρες του καθαρίζοντας, πλένοντας, παίζοντας σκάκι. Εδώ και μερικές εβδομάδες εθελοντές της «Σχεδίας» του τηλεφωνούν για να μάθουν τα νέα του, «μία από τις κυρίες έχει δύο παιδάκια και το ένα μου παίζει πιάνο» μου λέει. Καθημερινά φτάνει στην πόρτα του φαγητό από το «Σχεδία Home», ενώ η Μαρία, εθελόντρια και αυτή, του αγοράζει τα φάρμακά του. Αυτό που του λείπει περισσότερο είναι η αίσθηση της ασφάλειας, αλλά και η επαφή με τους ανθρώπους: «Πεθύμησα αυτή την καλημέρα που λέμε όταν στέκονται να αγοράσουν το περιοδικό, το χαμόγελό τους, την αγκαλιά. Τότε νιώθω όπως κάποιος που αγαπιέται».