ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ποντικοφάρμακο

Ποντικοφάρμακο

Ηθελαν να κάνουν μια νέα αρχή γι’ αυτό εγκατέλειψαν την πόλη. Εκείνη είχε κληρονομιά ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα. Εκείνος θα συνέφερνε σπίτι και κτήμα. Αγαπούσε τη γη, έλεγε συνέχεια.

Πούλησαν ό,τι είχαν στην Αθήνα, κράτησαν κάποιες συνεργασίες έως ότου καταφέρουν να καλλιεργήσουν το κτήμα για να ζήσουνε από αυτό.

Εκαναν σχέδια: το καλοκαίρι θα βουτούσαν στη θάλασσα. Εκείνος θα έπιανε ψάρια με το ψαροντούφεκο. Δεν θα τους απασχολούσε ούτε η κρίση ούτε οι επιδημίες.

Αγαπιόντουσαν. Γύρευαν ένα παιδί μα δεν ήρθε ποτέ. Εκείνη έκλαιγε για μέρες όταν φάνηκε πως αυτό θα ήταν οριστικό. Εκείνος την αγκάλιαζε τότε.

Στο σπίτι πάνω στη θάλασσα, ξυπνούσε πάντοτε πρώτη και κοιτούσε για ώρα τη θάλασσα. Αυτή η γαλάζια κινούμενη ακινησία είχε κάτι το υπνωτιστικό.

Καμιά φορά, έκαναν έρωτα στο πέτρινο πεζούλι. Εκείνος κοιτούσε ψηλά τον ουρανό, έτσι όπως κείτονταν ανάσκελα από κάτω της. Νόμιζε πως έβγαινε απ’ το σώμα του σιγά σιγά. Oπως η θάλασσα, έτσι και το γαλάζιο του ουρανού είχε και αυτό κάτι υπνωτιστικό.

Ωστόσο, του είπε εκείνη μια μέρα, μετά τον έρωτα, κάτι θα πρέπει να κάνουμε με τα ποντίκια. Σουλατσάριζαν με πάταγο στο κενό που υπήρχε ανάμεσα στη σκεπή και την ψευδοροφή του ταβανιού. Εχεις δίκιο, συγκατένευσε εκείνος και πήγε και αγόρασε ποντικοφάρμακο.

Ανοιξε το πατάρι και το σκόρπισε στα σκοτεινά. Δεν θα βρωμίσει ο τόπος αφού πεθάνουν; Ρώτησε εκείνη. Την καθησύχασε: είναι ειδικό δηλητήριο, είπε. Αφού τα σκοτώσει, τα ταριχεύει τρόπον τινά, εσωτερικά. Τα μουμιοποιεί και έτσι δεν μυρίζουν.

Πέρασαν μια δυο μέρες και, πράγματι, έπεσε μια σιωπή από το ταβάνι. Δεν μύριζε τίποτα μα εκείνη ξάπλωνε στο κρεβάτι, κοίταζε ψηλά και φανταζόταν ένα κλειστό, θεοσκότεινο νεκροταφείο μουμιοποιημένων τρωκτικών. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρισμένες. Το μόνο που τις ένωνε τώρα ήταν οι σκονισμένοι ιστοί.

Αν δεν είχαμε έρθει εδώ, είπε μέσα στο σκοτάδι, τώρα θα ζούσαν. Κοιμήσου, έκανε εκείνος.

Μιαν άλλη νύχτα, εκείνη έκλαψε. Τι συμβαίνει; Τη ρώτησε εκείνος. Δεν καταλαβαίνεις; Απάντησε εκείνη, ούτε εδώ είμαστε μόνοι μας. Την αγκάλιασε, όπως τότε.

Ηταν προχωρημένη άνοιξη όταν έκαναν το πρώτο τους μπάνιο. Μόνοι στην παραλία. Το νερό ήταν κρύσταλλο. Για να ζεσταθούν πήρε ο ένας να τρίβει τον άλλο κάτω απ’ το νερό.

Βγήκαν στην ακτή για να στεγνώσουν. Πήγε να της κρατήσει το χέρι όταν την είδε να αποτραβιέται. Κοιτούσε το σιωπηλό, μοναχικό σπίτι στο βάθος. Το βλέμμα της είχε κάτι έντονο. Κοίταξε κι εκείνος. Τι τρέχει; Ρώτησε απορημένος. Κάτι πρέπει να κάνουμε με τα ποντίκια, απάντησε εκείνη χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Πίσω τους ακουγόταν ο μονότονος παφλασμός του κύματος.