ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η απονομή δικαιοσύνης «δικαίωσε» την κοινωνία

Η απονομή δικαιοσύνης «δικαίωσε» την κοινωνία

Η στυγερή δολοφονία της φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη συγκλόνισε το πανελλήνιο από την πρώτη ημέρα, όταν έγιναν γνωστά τα γεγονότα που οδήγησαν στον τραγικό θάνατό της. Δύο νέα παιδιά οι δράστες, σε μια μικρή κοινωνία, όπως είναι η Ρόδος, διέπραξαν ένα από τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα, προκαλώντας οργή ακόμη και στην εισαγγελέα της δίκης.

Η βαριά ποινική μεταχείριση του δικαστηρίου που καταδίκασε και τους δύο σε ισόβια για τον φόνο της φοιτήτριας και 15 χρόνια για τον ομαδικό βιασμό της, ικανοποίησε το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών και πρωτίστως το αίτημα των τραγικών γονιών της.

Τι ήταν όμως εκείνο που συγκλόνισε την κοινή γνώμη, που με κομμένη την ανάσα παρακολούθησε τη δίκη και προκάλεσε την τόσο συναισθηματική αγόρευση ακόμη και της εισαγγελέως; Τα ίδια τα τραγικά γεγονότα δίδουν την απάντηση, όπως αυτά αναβίωσαν στη δίκη προκαλώντας αποτροπιασμό.

Πρώτα πρώτα το ίδιο το έγκλημα. Δύο νεαροί προσχεδίασαν, βίασαν ομαδικά, βασάνισαν και πέταξαν ζωντανή την άτυχη κοπέλα, για να βρει τελικά φρικτό θάνατο από πνιγμό στην ερημική και απόκρημνη θαλάσσια περιοχή όπου την έριξαν.

Το δεύτερο που συνετέλεσε στο να γίνει αυτό το έγκλημα συνώνυμο της γυναικείας κακοποίησης ήταν οι συνθήκες της εγκληματικής δράσης των δύο νεαρών και το ότι, όπως ειπώθηκε στη δίκη, πολλές κοπέλες θα μπορούσαν να βρεθούν στη θέση της άτυχης Ελένης.

Εκείνο όμως που εξόργισε προκαλώντας την μήνιν ακόμη και της εισαγγελέως Αριστοτελείας Δόγκα, η αγόρευση της οποίας προκάλεσε αμφίσημες προσεγγίσεις, ήταν το ότι οι δύο δράστες μιας τόσο στυγερής δολοφονίας παρέμειναν αμετανόητοι ώς το τέλος.

Επιβεβαίωση τούτου, η απόφαση του δικαστηρίου που υπήρξε ομόφωνη, όπως και για την καταδίκη τους, να μην τους αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, ούτε της μεταμέλειας, που δεν υπήρξε, ούτε της μετεφηβικής ηλικίας, ούτε εκείνο του ακαταλόγιστου που επικαλέστηκε ο ένας εκ των δύο κατηγορουμένων, παιδί ευκατάστατης οικογένειας στο νησί, που κατά την εισαγγελέα υπήρξε ο ιθύνων νους του φρικτού εγκλήματος.

Απόσειση ευθυνών

Εκείνο που επίσης προκάλεσε και καθόρισε και τη μη αναγνώριση ελαφρυντικών στους νεαρούς δράστες δεν ήταν μόνον ότι δεν μεταμελήθηκαν. Ηταν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης είχαν στήσει –κάτι που επισημάνθηκε και από την εισαγγελέα– ένα παιχνίδι απόσεισης των ευθυνών, ρίχνοντας ο ένας τα βάρη στον άλλον, με σκοπό και στόχο να συσκοτίσουν τα γεγονότα, να προκαλέσουν αμφιβολίες στους ενόρκους και τελικά να τη γλιτώσουν.

Το έγκλημα της Ρόδου πάντως προκάλεσε το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών και για έναν ακόμη λόγο. Τον τρόπο που επιχειρήθηκε, όπως ελέχθη κατά κόρον στο δικαστήριο –το ανέφερε και η εισαγγελέας– να αποκρυβεί η αλήθεια στη λογική της συγκάλυψης που επικρατεί στις τοπικές κοινωνίες, όταν μάλιστα ο ένας από τους δράστες τυχαίνει να είναι παιδί γνωστής στο νησί οικογένειας.

Επιπλέον, εκείνο που αύξησε την πρόκληση στο δικαστήριο, αλλά και στην κοινή γνώμη, ήταν το ότι ο ένας από τους δράστες, ο ελληνικής καταγωγής, επιχείρησε από την αρχή να τα «φορτώσει» όλα στον συγκατηγορούμενό του, παιδί αλβανικής καταγωγής, που όπως απεδείχθη στη δίκη μετείχε στον φόνο, μετείχε στον βιασμό, αλλά δεν ήταν εκείνος που είχε προσχεδιάσει τα πάντα. Ηταν, όπως είπε και η εισαγγελέας, «το δόλωμα», με βαρύτατη όμως συμμετοχή σε κάθε πτυχή της αποτρόπαιης εγκληματικής πράξης.

Σε όλα αυτά να προστεθεί και κάτι ακόμη. Οπως αναδείχθηκε στη δίκη, στο σπίτι όπου διαδραματίστηκαν τα αποτρόπαια γεγονότα στη Λίνδο, σε μια εποχή που το νησί στην περιοχή αυτή είναι έρημο, ζούσαν στενοί συγγενείς του ενός εκ των δραστών. Εμεναν στον κάτω όροφο. Ομως και εδώ η συγκάλυψη επικράτησε και αν το πτώμα της άτυχης κοπέλας δεν είχε βρεθεί πεταμένο στα βράχια, είναι άγνωστο αν η αλήθεια θα είχε αποδειχθεί.

Αυτή η δίκη για τη στυγερή δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη, της αδικοχαμένης αυτής νεαρής φοιτήτριας, προκάλεσε αίσθηση και για έναν ακόμη λόγο: τη συναισθηματικά φορτισμένη αγόρευση της εισαγγελέως. Τα κοινωνικά δίκτυα κατακλύστηκαν από χιλιάδες πολίτες που επιδοκίμασαν τα λεχθέντα από την εισαγγελέα, ενώ υπήρξαν και αυτοί που κράτησαν επιφυλάξεις και υπήρξαν επικριτικοί με την εισαγγελική λειτουργό.

Οι εισαγγελείς, άνδρες και γυναίκες –πολύ συχνά, σχεδόν πάντα–, δεν περιορίζονται σε τεχνοκρατικές προσεγγίσεις στις αγορεύσεις τους και μάλιστα σε δίκες που έχουν να κάνουν με τόσο στυγερά εγκλήματα, όπου το θύμα είναι αμέτοχο της εγκληματικής ευθύνης και το άδικο της απώλειάς του συγκλονίζει.

Και χαρακτηρισμοί καταδίκης των δραστών και λόγια επαινετικά για το θύμα ακούγονται πολύ συχνά από τους εισαγγελείς. Είναι μία καθημερινότητα, αυτή, στα ποινικά ακροατήρια. Αλλωστε, η ποινική δίκη διαθέτει «θεατρικότητα» και οι εισαγγελικές αγορεύσεις το ίδιο.

Ομως η εισαγγελέας της δίκης έκανε ένα βήμα πιο πέρα. Ταυτίστηκε δημόσια, χωρίς καμία επιφύλαξη, με το τραγικό θύμα της στυγερής δολοφονίας. Πήρε τη θέση της. Εξάλλου, όλοι είμαστε με την άτυχη Ελένη, αλλά η εισαγγελέας οφείλει εκ του θεσμικού ρόλου της να είναι αμερόληπτη, για να μπορεί η δικαστική απόφαση να είναι ισχυρή και να δικαιώνει το άτυχο θύμα.

Σε κάθε περίπτωση, το έγκλημα της Ρόδου ανήκει σε εκείνα που δεν μπορεί παρά να συγκλονίζουν. Και η καταδίκη των δύο δραστών, τουλάχιστον, έδωσε μια δικαίωση και στην αδικοχαμένη κοπέλα, στους τραγικούς γονείς της και στο κοινωνικό σύνολο, που διεκδικεί τον σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή ως μέγιστο αγαθό.