ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανάλυση: Οικοδομώντας το σχολείο που θα «γκρεμίζει» πράγματι φυλακές

Ανάλυση: Οικοδομώντας το σχολείο που θα «γκρεμίζει» πράγματι φυλακές

Μετά την πρόσφατη δημοσίευση των πραγματικών περιστατικών του αποτρόπαιου εγκλήματος που έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2018 στη Ρόδο, πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν την ανάγκη αυστηροποίησης του ποινικού συστήματος της χώρας μας ιδίως αναφορικά με εγκλήματα που ενέχουν μεγάλη ηθική απαξία, όπως το παραπάνω. Επειδή όμως ο ποινικός σωφρονισμός του δράστη στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας παρέχει μία ηθική μονάχα δικαίωση στις οικογένειες των θυμάτων και κατά τα άλλα επικεντρώνεται στο πώς θα σωφρονίσει και θα επανεντάξει ομαλά στην κοινωνία τον κρατούμενο, κρίσιμος είναι πρωτίστως ο τρόπος πρόληψης τέτοιων εγκλημάτων.

«Εκεί που ανοίγει ένα σχολείο κλείνει μία φυλακή» υποστήριξε κάποτε ο Βίκτωρ Ουγκώ και πράγματι τη φράση αυτή έχει υιοθετήσει σήμερα και ο θυμόσοφος λαός μας. Θα διαφωνήσω, εν μέρει , αντικαθιστώντας την αόριστη αντωνυμία «ένα»  με την οριστική αντωνυμία «το». Δεν πρόκειται για ένα άνευ σημασίας παιχνίδι  με τις λέξεις, αλλά για την ουσιαστική επισήμανση ότι ένα οποιοδήποτε σχολείο δεν αρκεί για το κλείσιμο μιας φυλακής. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο αριθμός των κρατουμένων στη χώρα μας ξεπερνά το 100% της κτιριακής χωρητικότητας των υπαρχόντων σωφρονιστικών ιδρυμάτων, φαίνεται πως όχι μόνο δεν γκρεμίζονται φυλακές, αλλά μάλλον χρειάζεται να κατασκευαστούν και νέες!

Ως γνωστόν, το «έγκλημα» συνιστά εκδήλωση αντικοινωνικής συμπεριφοράς, δηλαδή μιας ένδειξης ότι το άτομο που εγκληματεί δεν έχει ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία και εξ αυτού του λόγου απειλεί την κοινωνική συνοχή. Η σύνδεση του σχολείου με τη δυνατότητα πρόληψης τέτοιων αντικοινωνικών συμπεριφορών δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του «παραδοσιακού» εκπαιδευτικού συστήματος ήταν η διάπλαση ηθικών προσωπικοτήτων που στηριζόταν στο τότε διαδεδομένο δόγμα «Πρώτα καλά παιδιά κι έπειτα καλοί μαθητές».

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, το σύγχρονο εκπαιδευτικό μοντέλο έχει αντιστρέψει τις προτεραιότητες που έθετε το παλιό, προσανατολιζόμενο πλέον σε ένα τεχνοκρατικό σύστημα παροχής πολυάριθμων και εξειδικευμένων γνώσεων στους μαθητές. Αυτό βέβαια, δεν είναι από μόνο του επιβλαβές, διότι φανερώνει πως έχουμε κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο υλικού και πνευματικού πολιτισμού, το οποίο επιδιώκουμε διαρκώς να εξελίσσουμε. Μήπως όμως αυτή η μεταστροφή, πέραν από την πρόοδο του πολιτισμού, εγκυμονεί ταυτόχρονα και κινδύνους για τα θεμέλιά του;

Η αποτυχία του σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος να μεταδίδει και ηθικές, πέραν από γνωστικές, αξίες  στους μαθητές καθιστά τη διαδικασία της ομαλής ένταξης των νέων στην κοινωνία ιδιωτική υπόθεση που εναπόκειται αποκλειστικά στις οικογένειες των παιδιών και στα ερεθίσματα που αυτά λαμβάνουν από τον ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο, τα social media και το διαδίκτυο. Όταν όμως απουσιάζει μια ενιαία- για όλους τους μαθητές- κατεύθυνση αναφορικά με τις θεμελιώδεις αξίες της κοινωνίας μας , όπως ο σεβασμός του ανθρώπου ως αυταξίας και των πραγματικών ορίων της ελευθερίας του ίδιου και των υπολοίπων, τότε βρίσκει γόνιμο έδαφος η αντικοινωνική συμπεριφορά η οποία εκδηλώνεται στην πράξη ως ειδικότερη παραβίαση των παραπάνω γενικών αρχών που διέπουν, άλλωστε, το σύνολο της έννομης τάξης. Βέβαια, αυτές οι αξίες δε θα πρέπει να διδάσκονται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο αλλά να γίνονται βίωμα στους μαθητές μέσω συμμετοχικών δραστηριοτήτων ( όπως λχ η ανάπτυξη της «ομαδοσυνεργατικής» μεθόδου) , έτσι ώστε να τις υιοθετούν ως στάση ζωής και όχι ως γνώσεις με θεωρητικό ενδιαφέρον.

Μία λύση απέναντι στην έξαρση των εγκληματικών και εν γένει αντικοινωνικών συμπεριφορών που παρατηρείται σήμερα δεν είναι, φυσικά, η δημιουργία περισσότερων σωφρονιστικών καταστημάτων (καθώς αυτή δε θα έδινε λύση στη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος)  αλλά η επανιεράρχηση  των εκπαιδευτικών στόχων των υπαρχόντων σχολείων.  Ο ηθικοπλαστικός ρόλος που αυτά διαδραμάτιζαν στο παρελθόν πρέπει να επιστρέψει στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθώς η ομαλή ένταξη των μαθητών στην κοινωνία, αρχικά ως ανηλίκων και αργότερα ως ενεργών πολιτών, είναι μία Δημόσια υπόθεση η οποία αποτελεί και ουσιαστική προϋπόθεση για την ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών, τη θεμελίωση ενός αισθήματος ασφάλειας και την ανάπτυξη όλων των επιστημονικών κλάδων και της οικονομίας συνολικά.

Παρόλο που η εμπέδωση των παραπάνω θεμελιωδών αξιών  αποτελεί αναγκαίο εφόδιο κάθε νέου ανθρώπου στην προσπάθειά του για συμμόρφωση προς τιςκοινωνικές και ηθικοδικαιικές επιταγές, αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Σήμερα, είναι τόσες πολλές και τόσο αντιφατικές μεταξύ τους οι επιρροές που δέχονται οι νέοι από το διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική ανάγκη, και μάλιστα περισσότερο από ποτέ άλλοτε, να αναπτύσσουν, μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας, οξυμένη κριτική ικανότητα. Αυτή είναι η «ασπίδα» που θα τους βοηθήσει να παραμείνουν μέσα στην πορεία ενός σύννομου και έντιμου βίου και να μην παρασυρθούν από τον καταιγισμό των αρνητικών επιρροών που δέχονται.

Μολονότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν αποτελεί τον μοναδικό φορέα κοινωνικοποίησης που οφείλει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την πρόληψη εγκληματικών συμπεριφορών, υπό το παραπάνω πρίσμα, θα πρέπει να νοηθεί ως κεντρικός πυλώνας αυτής της προσπάθειας πάνω στον οποίο οικοδομείται η προοπτική για έναν δικαιότερο κόσμο όπου θα πρυτανεύει η λογική και όχι οι ορμές, ο σεβασμός και όχι το μίσος!