ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Άποψη: Επιστήμονες και Τεχνοκράτες της Διασποράς την εποχή των κρίσεων

texnokrates

Η μεγάλη δεξαμενή επιστημόνων και τεχνοκρατών της διασποράς σημαίνει ότι σε περιόδους κρίσεων  αναλαμβάνουν προβεβλημένους ρόλους  ως σύμβουλοι της κυβέρνησης, ηγήτορες φορέων της Πολιτείας ή υποστηρικτές συγκεκριμένων επιλογών πολιτικής στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Η υλοποίηση αυτών των ρόλων διευκολύνετε από εκφάνσεις της παγκοσμιοποίησης: ευέλικτες επαγγελματικές σταδιοδρομίες, μηδαμινά και μικρά, αντίστοιχα, κόστοι επικοινωνίας και αερομεταφορών και ένας διασυνοριακός δημόσιος διάλογος  που συγκροτείτε από τα κοινωνικά δίκτυα, την αλληλογραφία μέσω email και ψηφιακά διαθέσιμα ΜΜΕ. 

Εντοπίζουμε τρία χαρακτηριστικά των τεχνοκρατών και επιστημόνων της διασποράς που ενισχύουν το ένα το άλλο όταν αναλαμβάνουν ρόλους σε περιόδους κρίσεων στην χώρα: ανεξαρτησία από δομές εξουσίας της Ελλάδας, κύρος που έχει εδραιωθεί από την εργασία τους  σε κορυφαία διεθνή ιδρύματα  και οργανισμούς και εξειδίκευση σε συγκεκριμένα γνωστικά πεδία.

Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά  τα συνδέουμε  με δύο στοιχεία των κρίσεων είτε αυτές οι κρίσεις  ‘εισάγονται’ από το διεθνές περιβάλλον στην  Ελλάδα είτε ‘εξάγονται’ από την Ελλάδα στο διεθνές περιβάλλον.  Πρώτον η διαχείριση κρίσεων, μια που εμπλέκει μεγάλες, ανεπτυγμένες χώρες, βασίζεται ή δημιουργεί ‘καθεστώτα διαχείρισης’ από τους διαμορφωτές πολιτικών αυτών των χωρών και / ή   από πολυμερής οργανισμούς, πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα που εδρεύουν σε αυτές τις χώρες. Δεύτερον, η διαχείριση τέτοιων κρίσεων στην Ελλάδα αναπόδραστα επισύρει αποφάσεις πολιτικής που διαταράσσουν υφιστάμενες ισορροπίες και είναι υψηλού κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού κόστους.  Αυτά τα δύο στοιχεία των κρίσεων είναι συμβατά με τα χαρακτηριστικά της επιστημονικής και τεχνοκρατικής διασποράς που εντοπίσαμε παραπάνω.  Διακεκριμένα μέλη της διασποράς συμμετέχουν ή παρατηρούν από προνομιακό σημείο την διαδικασία της δημιουργίας καθεστώτος διαχείρισης κρίσεων λόγω της υψηλής εξειδίκευσης τους και της απασχόλησης τους είτε σε κορυφαία ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια ή σε παγκοσμίου βεληνεκούς πολυμερής οργανισμούς. Είναι σε θέση  επίσης, με όλη την αξιοπιστία και κύρος που τους παρέχουν η επιστημοσύνη τους και η τεχνική κατάρτιση τους, να υποστηρίξουν την ανάληψη ριζοσπαστικών και επώδυνων πολιτικών στην Ελλάδα, συμβατών με τα καθεστώτα διαχείρισης των κρίσεων, από την θέση της σχετικής αν όχι απόλυτης ασφάλειας που τους παρέχει η διεθνής σταδιοδρομία τους.  

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι σε κάθε κρίση ένας επιστήμονας ή τεχνοκράτης της διασποράς  γίνεται πρόσωπο-σύμβολο στην διαχείριση της κρίσης.  Κατά την διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης το πρόσωπο αυτό ήταν ο Ανδρέας Γεωργίου, τεχνοκράτης του ΔΝΤ που ανέλαβε τα ηνία της ΕΛΣΤΑΤ. Εδραιώνοντας την αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων της ελληνικής οικονομίας έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην βιωσιμότητα της συμφωνίας της χώρας με τους πιστωτές της.  Κατά την διάρκεια της κρίσης της πανδημίας του κορονοϊού  αυτό το πρόσωπο ήταν ο καθηγητής Ηλίας Μόσιαλος, επικεφαλής του LSE Public Health, λόγω της έγκαιρης υποστήριξης του στην Ελληνική κυβέρνηση της υιοθέτησης μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης. 

Βέβαια όταν συγκρίνουμε την δημοσιονομική κρίση με την πρώτη φάση της πανδημίας αμέσως εντοπίζουμε μια σημαντική διαφορά.  Η δημοσιονομική κρίση  διαρθρώθηκε μέσα από την σχέση πιστωτή – οφειλέτη με  αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις και τους υποστηρικτές τους είτε να νομιμοποιούν είτε  να ενοχοποιούν αυτή την σχέση.  Έτσι οι τεχνοκράτες και επιστήμονες της διασποράς που ανέλαβαν σημαίνοντες ρόλους στην δημοσιονομική κρίση  είτε χαρακτηρίσθηκαν  ως σημαντικοί σύμμαχοι κατά του καταστροφικού λαϊκισμού, στην μάχη της παραμονής της χώρας στην ΕΕ, είτε ως δωσίλογοι που υπηρετούσαν τον εχθρό στο εγχείρημα του να καταστήσει την Ελλάδα αποικία χρέους.

Καμία τέτοια διχογνωμία δεν συνδέθηκε με τον καθηγητή Μόσιαλο ή με άλλους διακεκριμένους επιστήμονες της διασποράς που έχουν ενθέρμως υποστηρίξει την πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ για την υιοθέτηση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης για την καταπολέμηση της πανδημίας, μέτρων που ήδη έχουν δραματικές οικονομικές συνέπειες.

Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει.  Πρώτον, πολιτικές  δημόσιας υγείας για την καταπολέμηση της πανδημίας διαμορφώνονται από την παγκοσμίως εξελισσόμενη επιστημονική γνώση και δεν διαχωρίζουν μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Δεύτερον, αυτό το πλέγμα επιστημονικής γνώσης και πολιτικών δημόσιας υγείας διαμορφώνει μια συναίνεση διεθνώς με μια μόνο αναπτυγμένη χώρα της Ευρώπης, την Σουηδία, να εμμένει στο δικό της διακριτό καθεστώς διαχείρισης της κρίσης της πανδημίας. Τρίτον, η απόφαση να υπερισχύσει η προστασία της ανθρώπινης ζωής ανεξαρτήτως του οικονομικού κόστους είναι συμβατή με επικρατούσες αξιακές νόρμες στον Ευρωπαϊκό Νότο και σίγουρα στην Ελλάδα.   Συνεπώς, δεν υπάρχει αντιπαράθεση στην Ελλάδα σχετικά με την υιοθέτηση του διεθνώς επικρατών καθεστώτος διαχείρισης της κρίσης της πανδημίας.  Ούτε δαιμονοποιείται ο θεσμός που αποκρυσταλλώνει αυτό το καθεστώς   διαχείρισης, δηλαδή ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Το γεγονός μάλιστα ότι η ελληνική κυβέρνηση όρισε τον καθηγητή Μόσιαλο ως τον εκπρόσωπο  της  στην ΠΟΥ συμβολίζει τον ρόλο των τεχνοκρατών και επιστημόνων της διασποράς ως η διεπαφή μεταξύ διεθνών βέλτιστων πρακτικών και της υιοθέτηση τους στην Ελλάδα την περίοδο της πανδημίας.

Ατενίζοντας το μέλλον, πάντως, θα λέγαμε ότι αυτή η διαφορά μεταξύ διαίρεσης και συναίνεσης, όταν συγκρίνουμε την δημοσιονομική κρίση με την κρίση της πανδημίας, θα εκλείψει.  Η παρέμβαση της κυβέρνησης στο Εθνικό Σύστημα Υγείας σχετικά με την πανδημία, που συνίσταται στην αύξηση των μονάδων εντατικής θεραπείας είναι καθολικώς ευπρόσδεκτη, μια που αφορά αυξημένες δαπάνες σε προσωπικό και εξοπλισμό.   Η οποιαδήποτε όμως ευρύτερη μεταρρύθμιση του ΕΣΥ, που θα μπορούσε να προκαλέσει η κρίση της πανδημίας, το δίχως άλλο θα  πυροδοτήσει ευρεία πολιτική αντιπαράθεση. Στον δε τομέα της οικονομίας θα συμβεί το ίδιο με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.  Και σε αυτό τον τομέα η κυβέρνηση έχει καταστήσει τους επιστήμονες και τεχνοκράτες της διασποράς προνομιακούς συνομιλητές,  αποδίδοντας την ηγεσία της Επιτροπής για το Εθνικό Σχέδιο Οικονομικής Ανάπτυξης  στον διακεκριμένο οικονομολόγο της διασποράς, τον Νομπελίστα και Ελληνοκύπριο καθηγητή Χριστόφορο Πισσαρίδη.  Είναι ασφαλής η πρόβλεψη ότι οι όποιες προτάσεις της Επιτροπής για την ριζική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, που θα εκληφθεί από την Επιτροπή ως ακόμη πιο αναγκαία λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας, θα επαναφέρει τους τεχνοκράτες και επιστήμονες της διασποράς στην ταυτότητα που απέκτησαν κατά την διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης: ως σημαίνοντες  παίκτες στην πολιτική διαίρεση της χώρας. 

*Ο Αντώνης Καμάρας είναι ερευνητής στο Greek Diaspora Project του SEESOX