ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποψη: Χρήση και κατάχρηση της στρατιωτικής ιστορίας

apopsi-chrisi-kai-katachrisi-tis-stratiotikis-istorias-2390005

Στον Γάλλο πρωθυπουργό Ζορζ Κλεμανσό αποδίδεται το απόφθεγμα ότι ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευόμαστε σε στρατιωτικούς. Μήπως όμως και η ιστορία των πολέμων είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευόμαστε σε στρατιωτικούς;

Τη σκέψη αυτή γεννά η διανομή με τον τύπο συντομευμένων εκδόσεων της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) για τους Βαλκανικούς Πολέμους, με τον στομφώδη αλλά παραπλανητικό τίτλο «Πώς ηττήθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον Ελληνικό Στρατό».

Η στρατιωτική ιστορία αποτελεί εξαιρετικά προβληματικό πεδίο έρευνας και καταγραφής, μολονότι δίνει την απατηλή εντύπωση απόλυτης σαφήνειας και ακρίβειας επειδή αναφέρεται σε συγκεκριμένα μεγέθη, όπως είναι οι στρατιωτικές μονάδες και οι κινήσεις τους στον χώρο, που αποτυπώνονται σε χάρτες.

Οι εκδόσεις της ΔΙΣ δίνουν την επίσης απατηλή εντύπωση αξιόπιστης και αντικειμενικής τεκμηρίωσης. Αφθονούν οι υποσημειώσεις, με παραπομπές σε φακέλους που υπάρχουν στο αρχείο της ΔΙΣ. Οταν όμως θελήσει κάποιος να δει τα ίδια τα στοιχεία που περιέχει ο φάκελος, αυτά συχνά αποδεικνύονται ισχνά ή πάντως ανεπαρκή.

Μεγάλο πρόβλημα της στρατιωτικής ιστορίας αποτελεί το αυτονόητο γεγονός ότι στην περιγραφή των επιχειρήσεων εμπλέκονται αναπόφευκτα σκοπιμότητες και τύχες ατομικές: από την προαγωγή και την παρασημοφόρηση ενός αξιωματικού έως και την παραπομπή του στο στρατοδικείο. Υπάρχει επιπλέον μία επίσης αναπόδραστη αδικία: λείπουν οι μαρτυρίες των νεκρών που έπεσαν στη μάχη. Από τα αμέτρητα σχετικά παραδείγματα, αρκεί εκείνο του συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα, που εξιδανικεύτηκε από τους Βενιζελικούς για τον ρόλο του στη Μικρασιατική Εκστρατεία, αλλά αμφισβητήθηκε και καταγγέλθηκε από τους Αντιβενιζελικούς.

Οπως δείχνει η περίπτωση του Πλαστήρα, στη στρατιωτική ιστορία δεν εμπλέκονται μόνο οι ατομικές αξιολογήσεις στρατιωτικών ηγετών, αλλά και πολύ ευρύτερες πολιτικές σκοπιμότητες. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η μνημειώδης «Εκθεσις της Α.Β.Υψ. του Διαδόχου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας κατά την εκστρατείαν του 1897», που εκδόθηκε το 1899 για να απαλλάξει τον μετέπειτα Κωνσταντίνο Α΄ από κάθε ευθύνη για την επονείδιστη ήττα. (Ο συντάκτης της Βίκτωρ Δούσμανης εξασφάλισε για τον εαυτό του πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι και το 1922). Πιο πρόσφατο παράδειγμα πολιτικής σκοπιμότητας αποτελεί η απόσυρση και πολτοποίηση, επί της (αλήστου μνήμης) υπουργίας Ακη Τσοχατζόπουλου, έκδοσης της ΔΙΣ για την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά του 1944. Οταν την αναζήτησα στη βιβλιοθήκη της ΔΙΣ, δεν μου την έδωσαν ούτε καν να τη διαβάσω!

Ακόμη και στην περίπτωση του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, που ενδιαφέρει εδώ, υποψιάζεται κανείς ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες. Η πρώτη έκδοση έγινε το 1932, από το τότε Γραφείο Πολεμικής Εκθέσεως του ΓΕΣ, ακολούθησε δεύτερη αναθεωρημένη το 1939, ετοιμάστηκε τρίτη από τη ΔΙΣ το 1966 που δεν εκτυπώθηκε (λόγω αποστασίας ή λόγω χούντας;) και τελικά εκδόθηκε τέταρτη το 1988 (αυτή που ξαναεμφανίζεται τώρα συντομευμένη).

Συντεχνιακές και πολιτικές σκοπιμότητες εξηγούν ίσως γιατί η επίσημη στρατιωτική ιστορία αποτελεί ζηλότυπα φυλαγμένο μονοπώλιο των στρατιωτικών μόνο στη χώρα μας. Αλλού (π.χ. στη Γερμανία), στα επίσημα ερευνητικά κέντρα και συλλογικά έργα στρατιωτικής ιστορίας συμμετέχουν όχι μόνο στρατιωτικοί, αλλά και πανεπιστημιακοί ιστορικοί ή άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες. Εδώ, ως συντάκτες του συγκεκριμένου τόμου αναφέρονται ένας συνταγματάρχης των τεθωρακισμένων, ένας ταγματάρχης και δύο «ιστοριογράφοι» (πολιτικοί υπάλληλοι της ΔΙΣ;).

Δεν αποκλείεται, βέβαια, να υπάρχουν και προικισμένοι αξιωματικοί, κατάλληλοι για τη μελέτη της στρατιωτικής ιστορίας. Στην έκδοση του 1988, για παράδειγμα, κάνει εντύπωση ο στοχαστικός πρόλογος του τότε επικεφαλής της ΔΙΣ αντιστρατήγου Γρηγορίου Μούργελα. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «πρόκειται για στρατιωτική ιστορία, που απευθύνεται κυρίως στα στρατιωτικά μας στελέχη». Και ύστερα ασκεί, από τη σκοπιά αυτή, συνοπτική αλλά καίρια κριτική της διεξαγωγής του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου σε έξι ζητήματα, αρχίζοντας από τις αδυναμίες της επιστράτευσης.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο πλεονέκτημα να είναι κατάλληλος τουλάχιστον ο διευθυντής της ΔΙΣ ακυρώνεται στην πράξη από τη συχνότητα των μεταβολών. Από τότε που ιδρύθηκε η ΔΙΣ το 1954, μόνο ο πρώτος διευθυντής έμεινε στη θέση του δώδεκα χρόνια. Οι αμέσως επόμενοι πέντε χρόνια και όσοι ακολούθησαν (με μία εξαίρεση) ακόμη λιγότερα – μερικοί μόλις λίγους μήνες! Δεν είναι ξεκάθαρο με ποια κριτήρια έγιναν αυτές οι τοποθετήσεις, ούτε ποιες σκοπιμότητες υπηρέτησαν.

Είναι όμως ολοφάνερη η σκοπιμότητα που υπηρετεί τώρα η ανακύκλωση για το ευρύ κοινό ενός έργου στρατιωτικής ιστορίας, που αρχικά απευθυνόταν «κυρίως στα στρατιωτικά μας στελέχη» και είχε τίτλο «Ο Ελληνικός Στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913». Για να παραβγεί με τον συγκρίσιμο ιστορικό σανό, με τον οποίο τρέφεται σήμερα ο λαός της Τουρκίας, απέκτησε νέο και θριαμβευτικό τίτλο: «Πώς ηττήθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον Ελληνικό Στρατό». Προλογίζουν τρεις… «ειδικοί»: ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ και ο αρχηγός ΓΕΣ. Στην εισαγωγή εξηγείται ότι ο σταδιακός διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε από την Ελλάδα, η οποία το 1922 δεν ηττήθηκε στα πεδία των μαχών. Δεν μετράει λοιπόν η Μικρασιατική Καταστροφή…

Δεν ξέρω ποιος θα υπερίσχυε σε υποθετική πραγματική αναμέτρηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αλλά σε αναμέτρηση γελοίας προπαγάνδας επιπέδου νηπιαγωγείου έχουμε πολύ σοβαρές πιθανότητες να υπερισχύσουμε!

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι πρώην καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.