ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο διαχρονικός μύθος της δυτικής όχθης

1r8a2961

Ως έφηβος, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 στο Περιστέρι, θυμάμαι μια σχεδόν μόνιμη παρόρμηση φυγής. Τα μπαρ και οι βόλτες του κέντρου και των βορείων προαστίων έμοιαζαν, στα μάτια της παρέας μου τουλάχιστον, πολύ πιο δελεαστικά από το θρυλικό Μπουρνάζι. Οχι, βέβαια, πως αυτό ήταν ο κανόνας. Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε τότε μόλις κυκλοφορήσει το «Gucci φόρεμα» («Μπουρνάζι, Αιγάλεω, Περιστέρι, ξέρω ζόρι τραβάς/μέρη που εσύ κι οι φίλες σου τα θεωρείτε μπας-κλας») και στην τηλεόραση έπαιζε ο «Εραστής δυτικών προαστίων», με τον Αλέξη Γεωργούλη. Η δε πλατεία Μπουρναζίου γνώριζε πιένες, με χιλιάδες κόσμου να έρχονται, ακόμα και από άλλες συνοικίες, για να επισκεφθούν μοδάτα καφέ-μπαρ, όπως το «Enzzo» και το «Villagio», ή πιο αυθεντικούς ναούς του σκυλάδικου, όπως το «Μήνυμα», το «SMS» και την «Κόλαση». Απέξω, κοπέλες ντυμένες στην τρίχα, «κάγκουρες» με μαλλί-χαίτη, «φτιαγμένα» αυτοκίνητα με βρυχώμενες εξατμίσεις και ένα διάχυτο αίσθημα υπεροχής.

o-diachronikos-mythos-tis-dytikis-ochthis0
Το σταυροδρόμι της Αιμιλίου Βεάκη είναι ίσως το πιο πολύβουο σημείο του σημερινού Περιστερίου, με ανθρώπους όλων των ηλικιών να γεμίζουν τα δεκάδες μαγαζιά της περιοχής. 

Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια και μια μεγάλη οικονομική κρίση για να φανεί ένα άλλο, πιθανότατα πιο αληθινό πρόσωπο. Το σημερινό Περιστέρι είναι μια σύγχρονη πόλη, με πληθυσμό που ξεπερνά τις 300.000 κατοίκους (τέταρτος δήμος της χώρας), αγορά μεγαλύτερη από των περισσότερων αθηναϊκών συνοικιών και ένα πολύ όμορφο άλσος, που τα απογεύματα φαντάζει μικρό από τον κόσμο που κάνει περίπατο, αθλείται ή απλώς απολαμβάνει το πράσινο. Πάντα στα δυτικά του Κηφισού, ο οποίος, αν και καλυμμένος ολότελα σήμερα από την Εθνική Οδό, χωρίζει το προάστιο από τον Δήμο Αθηναίων. Οσο για την «πιάτσα», αυτή πλέον έχει μεταφερθεί, από το κυριλέ Μπουρνάζι, στον πολύ πιο ετερόκλητο πεζόδρομο της Αιμιλίου Βεάκη, όπου γίνεται κανονικό λαϊκό προσκύνημα. Ανθρωποι όλων των ηλικιών γεμίζουν δεκάδες καφέ-μπαρ που παρατάσσονται από τις δύο πλευρές ενός στενού δρόμου, στον οποίο περνούν γκαζώνοντας (μην ξεχνάμε, είμαστε ακόμα στο Περιστέρι) μηχανές και αυτοκίνητα. Λίγο παραπέρα είναι η γειτονιά των ρακάδικων – τσιπουράδικων, τα οποία ξεφύτρωσαν από το 2010 και έπειτα για να καλύψουν την ανάγκη μιας πιο οικονομικής διασκέδασης, ταιριαστής με το πνεύμα της εποχής. Το πρώτο από αυτά, το περίφημο «Αγροτικόν», θα το βρει κανείς γεμάτο ακόμα και τις μικρές ώρες μιας οποιασδήποτε εργάσιμης μέρας.

o-diachronikos-mythos-tis-dytikis-ochthis1
Το αναδιαμορφωμένο Αλσος Περιστερίου, από τις πιο όμορφες γωνιές της πόλης, όπου συχνά διοργανώνονται και πολιτιστικές εκδηλώσεις. 

Αν, βέβαια, ψάξει κάποιος τις καταβολές μιας αυθεντικά λαϊκής συνοικίας, αυτού του είδους η έξοδος μοιάζει πιο σύμφωνη και… ιστορικά. Είναι εύκολο να φανταστούμε τους εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας, οι οποίοι μαζί με τους πρόσφυγες αποτέλεσαν τον πυρήνα του πληθυσμού της συνοικίας, να πηγαίνουν για ένα κρασί σε ταβέρνες και καφενεία μετά τη βάρδια. «Οταν σχόλαγαν τα εργοστάσια στο Ποτάμι, στην Τσαλαβούτα (σ.σ.: τότε υπήρχε ακόμα ποτάμι, εξ ου και η Τσαλαβούτα), νόμιζες ότι γινόταν διαδήλωση. Μιλάμε για ένα Περιστέρι της δεκαετίας του 1960, για παράδειγμα, με πολλούς χωματόδρομους, νερουλάδες, παγοπώλες, αλλά και δεκάδες θερινά σινεμά. Στους λόφους περνούσαν κοπάδια με πρόβατα», θυμάται ο παλιός κάτοικος Δημήτρης Σαντής.

o-diachronikos-mythos-tis-dytikis-ochthis2

Η Εξέγερση του Κάρβουνου

Λόφος Αξιωματικών, Νέα Ζωή, Χρυσούπολη, Κηπούπολη: σήμερα είναι από τις πιο πολυπληθείς γειτονιές του Περιστερίου, από το Αιγάλεω μέχρι τα σύνορα με τον Δήμο Πετρούπολης. Σπίτια παλαιότερα και πιο σύγχρονα, σκαρφαλωμένα σε ανηφόρες από αυτές όπου το λεωφορείο ανεβαίνει με αγκομαχητό και μικρές πλατείες, γνωστές όχι με τα κανονικά τους αλλά με ονόματα… καταπατητών. Ολόκληρες περιοχές που χτίστηκαν «σε ένα βράδυ», προφανώς δίχως κανένα σχέδιο, με σκοπό απλώς να ικανοποιήσουν την επιτακτική ανάγκη για στέγαση ενός πληθυσμού που μεγάλωνε ραγδαία, λόγω και της εσωτερικής μετανάστευσης. Μία από αυτές, η Ανθούπολη, έχει τη δική της ενδιαφέρουσα ιστορία. Ηδη από τη δεκαετία του 1930 λειτουργούσαν εκεί λιγνιτωρυχεία, με τις στοές τους σταδιακά να εξαπλώνονται για χιλιόμετρα κάτω από τον πλινθόκτιστο συνοικισμό. Το λεγόμενο «Κάρβουνο» έδινε βέβαια δουλειά περίπου στο ένα τρίτο του πληθυσμού της Ανθούπολης, καταδίκαζε ωστόσο τους πάντες σε μόνιμο τρόμο, καθώς οι τοίχοι των σπιτιών ράγιζαν και το έδαφος υποχωρούσε κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια των ανθρώπων.

o-diachronikos-mythos-tis-dytikis-ochthis3
Αγάλματα και καθήμενοι συνυπάρχουν στην περιοχή του δημαρχείου, δίχως να λείπουν και εικόνες του παρελθόντος (κάτω).
o-diachronikos-mythos-tis-dytikis-ochthis4

«Γεννηθήκαμε με μια βοή στα αυτιά μας. Η γη έτρεμε, τα σπίτια μας χάλαγαν, ακούγαμε συνέχεια τις εκρήξεις. Τα βράδια, πολλές φορές κοιμόμασταν έξω από τον φόβο μας. Αυτά γίνονταν για δεκαετίες και κανείς δεν μας έδινε σημασία. Εκείνη τη νύχτα, όμως, στις 14 Μαΐου 1956, 5.000 Ανθουπολιώτες εξεγέρθηκαν. Οι καμπάνες της Αγίας Μαρίνας δεν σταμάτησαν να χτυπάνε και στουπιά ποτισμένα με πετρέλαιο έκαψαν τα πάντα. Βλέποντας τις φλόγες στη Βηρυτό, το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν εκείνο το βράδυ, που αναστατώθηκε όλη η δυτική Αθήνα. Και η Ασφάλεια φοβήθηκε, ο Εμφύλιος ήταν ακόμα κοντά…», μου αφηγείται η κ. Εφη Πουλοπούλου, γέννημα-θρέμμα Ανθουπολιώτισσα. Στην «Εξέγερση του Κάρβουνου» ήταν κορίτσι 15-16 ετών, όμως θυμάται καθαρά την αγανάκτηση του κόσμου, η οποία οδήγησε στην έκρηξη και τελικά στην εγκατάλειψη των ορυχείων, μερικά χρόνια αργότερα.

o-diachronikos-mythos-tis-dytikis-ochthis5
«Λαχταριστά» καταστήματα στον πεζόδρομο της Εθνικής Αντιστάσεως.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες γεννήθηκε το σύγχρονο Περιστέρι, το οποίο σημαδεύθηκε από την παρουσία δύο δημάρχων. Αρχικά του Δημήτρη Φωλόπουλου, ο οποίος υπηρέτησε συνολικά 13 χρόνια σε τρεις θητείες, πριν και μετά τη χούντα, διαμορφώνοντας επί της ουσίας όλες τις βασικές υποδομές (δρόμοι, πλατείες, αποχετευτικό κ.ο.κ.) που είχε ανάγκη η περιοχή.

Ο δεύτερος είναι, φυσικά, ο σημερινός δήμαρχος Ανδρέας Παχατουρίδης, οποίος, αν και προερχόμενος από τον χώρο της Δεξιάς, εκλέγεται από το 2003 με τρομακτικά ποσοστά, σε έναν δήμο με παραδοσιακά αριστερές εκλογικές προτιμήσεις.