ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το παντοτινό βαλς για την Ντέμπι

gkri

Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», στρίβοντας αριστερά, προς την ογκολογική-αιματολογική κλινική «Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη – Ελπίδα», περνάω από το πιο άσχημο σημείο του κεντρικού κτιριακού συμπλέγματος.

Είναι ένα θαμμένο στενό πλάι στο «Αγλαΐα Κυριακού», λίγο πριν από τη μοντέρνα αερογέφυρα που συνδέει το «Αγία Σοφία» με το «Ελπίδα». Το μοναδικό ζωντανό, ζεστό στοιχείο είναι οι γάτες που σουλατσάρουν αμέριμνες.

Εκεί, από τη μεριά του «Αγία Σοφία», υπάρχει μια μόνιμα ανοικτή τζαμένια πόρτα με εσωτερικά σκαλοπάτια, που κατεβαίνουν σε μια άλλη πόρτα η οποία, με τη σειρά της, οδηγεί σε μια ημιυπόγεια αίθουσα, σαν σπηλιά.

Κατάλαβα τι είναι όταν, μήνες μετά το σχεδόν καθημερινό μου πέρασμα από αυτό το σημείο, η ματιά μου έπεσε πάνω στην πρόχειρη, (κακο)γραμμένη πινακίδα: ΜΗΝ ΠΑΡΚΑΡΕΤΕ ΕΞΟΔΟΣ ΝΕΚΡΟΘΑΛΑΜΟΥ.

Eχω μπει στο παρελθόν σε νεκροθάλαμο (άλλου) νοσοκομείου. Αναζητούσα  αγαπημένο φίλο που χάθηκε αιφνίδια μέσα στη νύχτα. Ο νοσοκόμος πήγαινε από το ένα μεταλλικό φορείο στο άλλο, σήκωνε το σεντόνι και ρωτούσε ξερά: «Αυτός είναι;».

Είδα τότε πολλά ανέκφραστα πρόσωπα αγνώστων. Εξω από τον νεκροθάλαμο του «Αγία Σοφία», με σούβλισε η σκέψη: αυτό είναι νοσοκομείο παιδιών. Αρα, αν έχει ανέκφραστα παγωμένα πρόσωπα εκεί μέσα, εκεί κάτω, θα είναι πρόσωπα παιδιών. Αν βγάζουν έξω σώματα για να τα παραλάβει η νεκροφόρα (εξ ου και η πινακίδα που απαγορεύει το παρκάρισμα), θα είναι σώματα παιδιών. Μικρά, εύθραυστα, άγουρα κορμιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, δεν είδα ποτέ κανένα μαύρο στέισον βάγκον σταθμευμένο εκεί έξω.

Κάθε φορά που περνάω από εκεί, για να παρηγορηθώ, σκέφτομαι μουσικές. Το «Calling all Angels» που η Τζέιν Σίμπερι και η Κ. Ντ. Λανγκ τραγουδούν στο σάουντρακ του «Μέχρι το τέλος του κόσμου». Το «Μαρί» του Γιαν Τιρσέν, που τραγουδάει η Ελίζαμπεθ Φρέιζερ στο άλμπουμ «Les Retrouvailles». Σκέφτομαι τα «Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά» του Μάλερ. Στο τέλος, σιγομουρμουρίζω μία μπαλάντα για ένα παιδάκι που έζησε και μεγάλωσε, το «Βαλς για την Ντέμπι», που ο μεγάλος πιανίστας της τζαζ Μπιλ Εβανς έγραψε το 1956 για την ανιψιά του. Σιγοτραγουδάω και χαζεύω τις γάτες: μου υπενθυμίζουν το θαύμα που είναι η ζωή.

Το μεγάλο θαύμα, όμως, με περιμένει λίγο παρακάτω. Περνάω κάτω από την αερογέφυρα και πάω στα παιδιά που δεν έχουν μαλλάκια. Πάω στο «Ελπίδα», με τις φωνές και τα χαμόγελα των παιδιών που αγωνίζονται μαζί με τους γιατρούς και τις νοσηλεύτριες, μαζί με τους γονείς, μαζί με τις μοναχικές μανάδες από την επαρχία που το περνούν όλο αυτό μοναχές τους.

Πάω στην «Ελπίδα».