ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο σύμμαχος χρόνος

kalokairis

«Μαμά, δεν θέλω να τελειώσει αυτό το καλοκαίρι. Αν ήταν δυνατό, να το δέσω, να μείνει για πάντα εδώ». Την ίδια στιγμή που άκουγα αυτή τη φράση από την κόρη μου, σκεφτόμουν ότι για πολλούς αυτό το καλοκαίρι θα έπρεπε να σβηστεί από τη μνήμη, τόσο δύσκολο, ανάποδο, απειλητικό που ήταν. Κανείς δεν θέλει να ζει σε χρόνους δύσκολους, μεγαλώνοντας συνειδητοποιούμε όμως ότι δεν έχουμε δυνατότητα επιλογής.

Τα παιδιά νομίζουν πως μπορούν να επιλέξουν. Εχουν τη δική τους ζωή, έχουν το παιχνίδι και μαζί με αυτό την επιθυμία να σταματούν τον χρόνο όταν περνάνε ωραία.

Κοιτώντας σαν όνειρο την επιθυμία της, θυμήθηκα την ίδια παλιά παιδική μου επιθυμία.

Πόσο μελαγχολικό ήταν και για εμένα το τέλος του καλοκαιριού. Πόση στενοχώρια έφερνε η απώλεια της καλοκαιρινής παρέας, της παρέας των διακοπών, που κανένα σχολείο δεν τη διέκοπτε. Το καλοκαίρι οι φίλοι μπορούν να συναντιούνται όλη μέρα. Δεν κοιτάνε ρολόγια, αδιαφορούν εάν είναι μέρα ή νύχτα.

Κάτω από τον ουρανό του κυκλαδίτικου τοπίου, όπου όλα μοιάζουν ακίνητα στον χρόνο, οι άνθρωποι βιώνουν τον χρόνο διαφορετικά. Στη νησιωτική επαρχία, όπως ίσως και γενικότερα στα χωριά, το καλοκαίρι αλλά και η καραντίνα είναι για αυτούς σχετικές έννοιες. Αυτοί την περασμένη άνοιξη δεν κλείστηκαν στα σπίτια τους. Ζουν σε κλειστούς τόπους έτσι κι αλλιώς. Οι λιγοστοί άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφονται μοιράζονται τις ίδιες συνήθειες, ο χρόνος κυλάει με τον ίδιο ρυθμό. Συνεχίζουν να φροντίζουν τα ζώα τους, τη λάτρα τους, κάνουν τις βόλτες τους στη φύση. Ποτέ δεν είχαν έτσι κι αλλιώς εναλλακτικές. Μαζί με τον χρόνο, διαφορετικά βιώνεται και ο φόβος. Ενώ εμείς τρέμουμε τι θα συμβεί τον χειμώνα, εκείνοι αισθάνονται πιο ασφαλείς στη ζωή τους, γειωμένοι, συμφιλιωμένοι ίσως με τη φθορά. Από την άλλη, το καλοκαίρι για αυτούς είναι ένα αναγκαίο κακό. Οι απλοί άνθρωποι χαίρονται με τους επισκέπτες, πολύ γρήγορα βαρυγκομούν. Θέλουν την ησυχία τους.

Πόσο παράδοξος είναι ο χρόνος; Πόσες αντιφάσεις κρύβει εντός του; Πόσο διαφορετικός είναι ο εξωτερικός χρόνος από τον ψυχικό; Πόσο διαφοροποιείται η ζωή και πώς κυλάει ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει έξω ή γύρω μας. Μιλάμε πάντα για τα αρνητικά, όμως η προσωπική ιστορία του καθενός δεν συμπορεύεται πάντα με τα ιστορικά γεγονότα μιας πανδημίας ή ενός πολέμου. Μπορεί κάποιος να είναι ευτυχισμένος και δυστυχισμένος ταυτόχρονα.

Οι γονείς των μικρών παιδιών και οι εραστές, για παράδειγμα, θέλουν πάντα να σταματούν αλλά και να επιταχύνουν τον χρόνο. Οσο είσαι νέος και έχεις μικρό παιδί συνειδητοποιείς ότι αυτή η ηλικία δεν ξανάρχεται και θέλεις να κρατήσεις το παιδί σου μικρό. Θέλεις όμως να το μεγαλώσεις, να γίνει ανεξάρτητο. Αλλά και οι εραστές βρίσκονται μέσα στον πυρήνα του χρόνου. Ζουν μέσα τους μια συνάντηση που δεν έχει μνήμη και θέλουν να χτίσουν το παρόν τους, κρατώντας αναλλοίωτη την ένταση. Βιάζονται όμως να χτίσουν και παρελθόν, να βρουν στοιχεία που θα τους εδραιώσουν.

Ο εξωτερικός, ο συμβατικός χρόνος είναι διαφορετικός από τον ψυχικό. Σπάνια αυτοί οι δύο συναντιούνται. Για αυτό κάθε φορά ζούμε σε διαφορετικές διαστάσεις.

Πόσοι δεν είναι αυτοί που μένουν κολλημένοι σε στιγμές του παρελθόντος. Στην εφηβεία, στη νεότητα, σε μια καλή επαγγελματική συγκυρία, στις αρχές ενός γάμου ή μιας σχέσης. Πόσοι δεν είναι αυτοί που δυσκολεύονται να δουν τον χρόνο πάνω τους, στο σώμα τους, στο πρόσωπό τους. Πόσοι δεν είναι αυτοί που επιλέγουν μόνον τις καλές στιγμές. Τη ζωή χωρίς τις οδύνες της, τον φόβο, τις απώλειες. Σαν να είναι ακόμα παιδιά.

Ο χρόνος τρέχει χωρίς εμάς, είτε το θέλουμε είτε όχι. Αλλά μέσα σε αυτό το τρεχαλητό, τον καλπασμό των αιώνων, οι πτυχώσεις του χρόνου εμπεριέχουν εσωτερικές ποιότητες, να μπορούμε να δημιουργούμε –μέσα στην αέναη κίνηση– χώρο. Χώρο για να στοχαστούμε τον εαυτό μας και τους άλλους ως ήρωες μιας κοινής ταινίας που προβάλλεται ανά τους αιώνες. Ξανά και ξανά. Μόνον έτσι σταματάει για λίγο ο χρόνος.

Κανείς στο φάσμα της ζωής δεν είναι αληθινά νικητής, κανείς αληθινά ηττημένος. Κανένας δεν αδικήθηκε από τον ρουν της ιστορίας. Λίγο από όλα είμαστε, παιδιά μιας κίνησης που άλλοτε την ελέγχουμε, άλλοτε μας ξεφεύγει. Κάποιες στιγμές βρισκόμαστε στη σκοτεινή πλευρά της σελήνης και μαυρίζουμε, όμως ο χρόνος αναποδογυρίζει και μπαίνουμε ξανά στο φως. Ο χώρος καλλιεργείται σε μια κρύπτη όπου ο χρόνος γίνεται φύλακας. Συντηρεί μέσα στην κυκλικότητα, στα άπειρα μπρος-πίσω, στη γραμμική πορεία, ένα κέλυφος όπου μέσα βάζουμε ό,τι πολύτιμο μας έφεραν τα χρόνια. Και πρέπει να μπορούμε να το δούμε. Και να το κουβαλάμε, στην αρχή απρόθυμα, μα όσο περνούν τα χρόνια αυτό να γίνεται ανάλαφρο, το απαραίτητο φορτίο της προσωπικής μας ρύθμισης. Ενός ψυχικού χρόνου που διατηρεί μερικά ώριμα χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από τους κλυδωνισμούς της περιρρέουσας.

Τότε κανένα καλοκαίρι δεν θα σταματάει στο τέλος του Αυγούστου και καμία πανδημία δεν θα είναι ικανή να ανακόψει τη γραφή της προσωπικής μας ιστορίας. Το τέλος σε αυτό το έργο μόνον εμείς θα μπορούμε να το γράψουμε. Μένει να επιλέξουμε συνειδητά πώς θα τοποθετήσουμε τον χρόνο. Αν θα είναι σύμμαχος ή εχθρός μας.