ΚΟΙΝΩΝΙΑ

O «Μισέλ» Γιωτόπουλος των σαλονιών της Αθήνας

Τι είναι τελικά ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος; Ποιες δυνάμεις καθοδήγησαν τη δράση του; Τι είναι αυτό που προσδιόρισε τη στάση του κατά τη μεταπολίτευση; Πώς έζησε παράνομος, αλλά και πανταχού παρών από το 1974 μέχρι τώρα; Πώς κυκλοφορούσε στα αθηναϊκά σαλόνια χωρίς να νοιάζεται μήπως αναγνωρισθεί; Πώς τον αντιμετώπιζαν οι πολλοί συνομιλητές του, εκείνοι που τον γνώριζαν ως Αλέξανδρο Γιωτόπουλο και εκείνοι που τον ήξεραν ως Μιχάλη Οικονόμου; Πώς εξηγείται η σημερινή στάση του; Πώς μπορεί να αρνείται τα πάντα ένας «επαναστάτης» και να εκλιπαρεί για μια συνομιλία ακόμη και μ’ έναν σωφρονιστικό υπάλληλο;

Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος, που τον γνώρισε στο Παρίσι το 1965, από τις στήλες της «K», τον προσδιόρισε ως διπλή προσωπικότητα και απέδωσε πολλά στα βάρη που μετέφερε σ’ αυτόν η ιστορικότητα του πατέρα του.

Υπερφίαλο άτομο

Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μιχ. Χρυσοχοΐδης τον χαρακτηρίζει υπερφίαλο άτομο, που φιλοδοξούσε να ασχολείται όλη η υφήλιος μαζί του σκοτώνοντας κόσμο. Τονίζει δε πως ακόμη και τώρα δεν έχει αντιληφθεί τη θέση του και απαιτεί να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερο τρόπο στη φυλακή. Εκτιμά και αυτός ότι η προσωπικότητά του επηρεάσθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον πατέρα του και παρατηρεί πως ακόμη και το ψευδώνυμο «Μιχάλης Οικονόμου» το έχει δανεισθεί από έναν φίλο του Δημ. Γιωτόπουλου. Αλλά σημειώνει ότι το πρότυπο της δράσης πηγάζει από τα λατινοαμερικανικά κινήματα. Από εκεί άντλησε τη μεθοδολογία, από τα εγχειρίδια του Μαριγκέλα αποκόμισε τις γνώσεις και τις εμπειρίες της παράνομης ζωής.

Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου, που δέχθηκε πολυποίκιλες επιρροές και επιδράσεις στη διαδρομή των 27 χρόνων.

Γεννημένος για μεγάλα…

Είναι ένα πρόσωπο που ζει με τις δολοφονικές παρεμβάσεις του στην πολιτική ζωή της χώρας, τις οποίες όμως δεν μπορεί να απολαύσει. Φουσκώνει από τον μύθο, αλλά δεν επιτρέπεται να τον «πουλήσει» σε πλήθουσα αγορά. Μπορεί να επιβάλλεται στους Ξηρούς και στους λοιπούς στρατιώτες της «17 Νοέμβρη», να αποτελεί ένα είδος πνευματικού καθοδηγητή γι’ αυτά τα παιδιά με τη λιτή ζωή που τον ακολουθούν αδιαμαρτύρητα, αλλά τούτο είναι πολύ λίγο γι’ αυτόν. Νιώθει ανώτερος, γεννημένος για μεγάλα πράγματα, δεν μπορεί να καλυφθεί από την παρέα των Ξηρών. Ομως είναι παράνομος, καταδιωκόμενος, πρέπει να κρύβει αυτό που έχει μέσα του.

Με τα χρόνια νιώθει σχεδόν άτρωτος. Χαλαρώνει, επιτρέπει τις κινήσεις στον εαυτό του, κυκλοφορεί στην πόλη, ζει στις παρυφές του συστήματος, θέλει να είναι μέσα του, να μαθαίνει, να ακούει, να ενεργεί ως ένα είδος κατασκόπου. Και ακόμη δείχνει να έλκεται από τ’ αγαθά του συστήματος που πολεμά. Θέλει καλή ζωή. Χρησιμοποιεί τις ληστείες για να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, να έχει την άνεσή του. Θέλει ευπρεπές σπίτι στην Αθήνα και ευπρεπέστερο εξοχικό στους Λειψούς. Δεν μπορεί να μείνει εκτός του συστήματος που αντιστρατεύεται και σταδιακά αποκτά όλες τις συνήθειες ενός καλοσιδερωμένου αστού. H Μαϊτέ τού προσφέρει κάλυψη. Του δίδει τη δυνατότητα. Ως καθηγήτρια της Ελληνογαλλικής Σχολής ανοίγει πόρτες, τον βάζει σε πλούσια σπίτια, του προσφέρει το άλλοθι να ξανοιχθεί στους κύκλους της τέχνης και του πολιτισμού.

Είχε απαντήσεις για όλα

Με τα χρόνια θα αποκτήσει κοινωνικό περίγυρο. Οσοι τον γνώρισαν τα τελευταία χρόνια ως «Μισέλ» Οικονόμου -έναν Ελληνα που γεννήθηκε στη Γαλλία και κάνει μεταφράσεις- αναφέρουν ότι είχε γύρω του μιαν «αυλή» με πολλούς συνομιλητές. Οι ίδιοι τον περιγράφουν πολυπράγμονα. Ως άνθρωπο που είχε απαντήσεις για τα διεθνή προβλήματα, με συχνές αναφορές στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και λύσεις για πιο πρακτικά πράγματα, από τις κατασκευές κατοικιών και τα βαρέλια για το κρασί, μέχρι τη συντήρηση μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων.

Ο κόσμος της τέχνης, των εικαστικών και δη της ζωγραφικής, αλλά και αυτός του βιβλίου, θα αποτελέσει τη βάση των επαφών, τον προθάλαμο για την προσέγγιση επιχειρηματιών, τραπεζιτών και πολιτικών. Θα βρεθεί πολλές φορές, ύστερα από τα εγκαίνια κάποιας έκθεσης ζωγραφικής, με πρόσωπα που έχουν θεσμικούς ρόλους και ισχυρή παρουσία στη δημόσια ζωή.

Χωρίς καμία προφύλαξη

Λέγεται, μάλιστα, ότι το 1998, σε κάποια ταβέρνα στο Μπραχάμι, βρέθηκε κατάφατσα με πρόσωπα συγγενικά και συνδεόμενα με θύμα της «17 Νοέμβρη», ενώ οι Αρχές έχουν πια μαρτυρίες ότι σε πολλές δολοφονίες ήταν παρών και μετά πλησίαζε να δει το θύμα ως δήθεν περίεργος και ανυποψίαστος. Ακόμη κυκλοφορεί πως βρέθηκε κάποτε καλεσμένος σε κάποιο ρεβεγιόν Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς έχοντας δίπλα του κόσμο και κοσμάκη. Και σε παρουσιάσεις βιβλίων ήταν παρών, χωρίς καμία προφύλαξη, παρ’ ότι σε τέτοιες εκδηλώσεις συγκεντρώνεται πληθυσμός της πολιτικής και θα μπορούσε να τον προσέξει κάποιος γνωστός από το Παρίσι. Και στη Δεξαμενή στο Κολωνάκι έπινε ούζα και συνομιλούσε με πλήθος προσώπων.

Αλλά και στην Πάτμο και στους Λειψούς ήταν ανοιχτός στις παρέες, μέχρις του σημείου που πολλοί τώρα να διερωτώνται για την άνεση των κινήσεών του, ειδικά τα τελευταία 5-6 χρόνια. Ορισμένοι, μάλιστα, είχαν παρατηρήσει ιδιαίτερη γνώση στα θέματα της Εθνικής Τράπεζας. Ακόμη και παρεμβάσεις για δημοσιεύματα που αφορούσαν πρόσωπα της τράπεζας στο εξωτερικό φέρεται να επιχείρησε σε γνωστούς του στον Τύπο.

Οι διωκτικές Αρχές όσο προσεγγίζουν τον κύκλο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου τόσο εκπλήσσονται για το εύρος και το πλήθος των ανθρώπων που συναντούσε και συνομιλούσε, αλλά και για την απουσία μέτρων προφύλαξης, σε σημείο που να θεωρούν ότι χρησιμοποιούσε ταυτοχρόνως και τα δύο ονόματα. Το πραγματικό για τους γνωστούς από το Παρίσι και το ψευδώνυμο για τους υπόλοιπους.

Εκείνο όμως που έχει προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση είναι η στάση του κατά την προανάκριση και την απολογία του. Εως τώρα ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος δεν έχει πει τίποτε το πολιτικό. Είναι ο μόνος που δεν αποδέχθηκε τη συμμετοχή του στην οργάνωση. Δεν είπε καν ότι είναι κοινωνικός αγωνιστής.

Δεν ταιριάζουν…

Οι προβαλλόμενες δικαιολογίες του τύπου «δεν συνομιλώ με το κράτος» δεν ταιριάζουν με τα υπόλοιπα. Ολα αυτά περί εγγυήσεων για δίκαιη δίκη και τα αιτήματα που κάθε τόσο προβάλλει, είναι σαν να προέρχονται από κακομαθημένο, άτακτο παιδί που κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του.

Τούτη η συμπεριφορά, τη στιγμή που απλά μέλη της οργάνωσης είχαν πιο ευθεία στάση και ανέλαβαν την ευθύνη φόνων, αλλά και η ζωή που είχε κτίσει όλο το προηγούμενο διάστημα, δεν ταιριάζουν σε καμία περίπτωση με τις δήθεν επαναστατικές διακηρύξεις των προκηρύξεων που έγραφε. Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος δεν συμπεριφέρεται ως επαναστάτης… Τα υπόλοιπα ανήκουν στην αρμοδιότητα του ψυχιάτρου υπουργού Υγείας κ. Στεφανή.