ΚΟΙΝΩΝΙΑ

H ιστορία της «17N» από τον Παύλο Σερίφη

Τη γένεση της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» αλλά και τη συμμετοχή του ξαδέλφου του Γιάννη Σερίφη στον ιδρυτικό πυρήνα της οργάνωσης αποκαλύπτει στην απολογία του ο Παύλος Σερίφης. O «Βαγγέλης» υποστηρίζει ότι ο Γιάννης Σερίφης ήταν αυτός που τον σύστησε στον «Λάμπρο», ενώ ουσιαστικά του αποδίδει τον ρόλο του «υπαρχηγού», λέγοντας πως η οργάνωση δημιουργήθηκε «με την παρότρυνση του «Λάμπρου» κατά πρώτο λόγο και του Σερίφη κατά δεύτερο». Ωστόσο σχετικά με τον Γάννη Σερίφη, ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο φέρεται να έχει αποχωρήσει από την οργάνωση πριν από το 1979, ο Παύλος Σερίφης διευκρινίζει ότι αποχώρησε από την οργάνωση πολύ σύντομα γιατί «διαφώνησε πολιτικά με τον «Λάμπρο» ως προς την ένοπλη πάλη». O Παύλος Σερίφης στην απολογία του περιγράφει τη δολοφονία κατά του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα Ρίτσαρντ Γουέλς, ομολογώντας ότι εκτός από τον ίδιο συμμμετείχαν ο ξάδελφός του Γιάννης Σερίφης, ο «Λάμπρος» και η «Αννα». «O «Λάμπρος» μας έπεισε με τα επιχειρήματά του και ανέλαβε να γράψει κάποιο κείμενο για την ιδεολογική υποστήριξη του χτυπήματος αυτού. Στη συνέχεια μας πρότεινε να ονομάσουμε την ομάδα «17 Νοέμβρη» η οποία ήταν επίκαιρη λόγω των σχετικών γεγονότων του Πολυτεχνείου». Στη συνέχεια αναφέρεται στο χτύπημα κατά του Πέτρου, τον σχεδιασμό του οποίου είχε κάνει ο «Λάμπρος», ο οποίος είχε συντάξει και τη σχετική προκήρυξη, ενώ σε αυτό υποστηρίζει ότι συμμετείχε και ο Ψαραδέλλης. O Παύλος Σερίφης στην απολογία του «καίει» τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, αναγνωρίζοντάς τον ως αδιαμφισβήτητο αρχηγό της οργάνωσης. «Εγώ σε όλη αυτή την πορεία μέσα στην ομάδα δεν διέκρινα πρόσωπο με μεγαλύτερη ισχύ στην ομάδα από τον «Λάμπρο», δηλαδή τον Γιωτόπουλο…». Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απολογίας του:

Ολόκληρη η απολογία

Είμαι ορφανός από γονείς από ηλικίας ενός έτους. Εζησα μέχρι τα δεκαέξι μου χρόνια στην Πάργα και ειδικότερα στο χωριό μου Μόρφιο Θεσπρωτίας και πήγαινα στο Γυμνάσιο Πάργας. Μετά έφυγα για τη Γερμανία όπου πήγα για να εργασθώ, το 1972. Επέστρεψα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1975 και από τότε έμεινα στην Αθήνα. Είχα επαφές με τον εξάδελφό μου Γιάννη Σερίφη που ήταν μεγαλύτερος και συμμετείχε στον αγώνα κατά της δικτατορίας. Είχαμε συζητήσεις σχετικά με τον παρεμβατισμό των Αμερικανών στην Ελλάδα, με την κατοχή στην Κύπρο και θέλαμε με κάποιον τρόπο να αγωνιστούμε για να αλλάξουμε κάποια πράγματα ως προς τη δομή του συστήματος.

Ο «Λάμπρος»

Υστερα από αυτές τις συζητήσεις ο εξάδελφός μου, μου σύστησε κάποιο πρόσωπο που λεγόταν Λάμπρος, που δεν γνώριζα τότε ότι ήταν ψευδώνυμο, ο οποίος μας πρότεινε να κάνουμε κάποια ενέργεια κατά των Αμερικανών και συγκεκριμένα να χτυπήσουμε τον τότε αρχηγό της CIA στην Αθήνα Γουέλς. Μας έπεισε με τα επιχειρήματά του και ανέλαβε να γράψει κάποιο κείμενο για την ιδεολογική υποστήριξη του χτυπήματος αυτού. Στη συνέχεια ο Λάμπρος μάς πρότεινε να ονομάσουμε την ομάδα «17 Νοέμβρη», η οποία ήταν επίκαιρη, λόγω των σχετικών γεγονότων του Πολυτεχνείου. Στη συνέχεια ο Λάμπρος ρύθμισε, δηλαδή με πρωτοβουλία του, το πώς πρέπει να γίνει το χτύπημα.

Αρχική ομάδα

Προηγήθηκε παρακολούθηση, που διήρκεσε περίπου ένα μήνα, την οποία αναλάβαμε και τα τέσσερα άτομα που αποτελούσαμε την αρχική ομάδα, δηλαδή ο Λάμπρος, μια κοπέλα με το όνομα Αννα -δεν γνωρίζω αν είναι το πραγματικό της ή όχι- η οποία τότε ήταν ηλικίας περίπου 30 ετών, ήταν ξανθιά, ψηλή, περίπου 1,70 μ., με ωραία χαρακτηριστικά, καλλιεργημένη, ο ξάδερφός μου ο Γιάννης Σερίφης -δεν τον θυμάμαι με κάποιο ψευδώνυμο- και εγώ. Εμένα τότε με αποκαλούσαν μικρό, λόγω της ηλικίας μου. Διαπιστώσαμε από την παρακολούθηση ότι δεν ελάμβανε μέτρα προστασίας του και αποφασίσαμε κάποια μέρα να κάνουμε το χτύπημα. Τον περιμέναμε, και όταν γύρισε με το αυτοκίνητό του, συνοδευόμενος από τη γυναίκα του, σύμφωνα με ένα σχέδιο που είχαμε καταστρώσει, θα πηγαίναμε με το αυτοκίνητό μας δίπλα από το δικό του, θα κατέβαινε ο Λάμπρος και θα τον πυροβολούσε και συγχρόνως εμείς από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Γουέλς θα προσέχαμε μήπως έρθει κανένας τρίτος για να τον αντιμετωπίσουμε. Για τον λόγο αυτό ο Λάμπρος μας είχε εφοδιάσει με όπλα.

Η δολοφονία Γουέλς

Η Αννα έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο σύμφωνα με το σχέδιο. Τελικώς, όταν πλησιάσαμε το αυτοκίνητο του Γουέλς, κατέβηκε ο Λάμπρος από το αυτοκίνητο που το οδηγούσε, και πυροβόλησε από απόσταση 2-3 μέτρων τον Γουέλς. Εμείς είχαμε κατέβει από το δικό μας αυτοκίνητο, πήγαμε πίσω από το αυτοκίνητο του Γουέλς και περιμέναμε να δούμε αν εξελιχθούν καλά τα πράγματα. Μετά τους πυροβολισμούς, που πρέπει να ήταν τρεις ή τέσσερις, αν θυμάμαι καλά, ο Λάμπρος πήρε ξανά τη θέση του οδηγού, εγώ και ο Γιάννης Σερίφης καθίσαμε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και φύγαμε. Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος είχε ετοιμάσει την προκήρυξη, δηλαδή την είχε γράψει, μας την είχε φέρει και την εγκρίναμε και στη συνέχεια την πήρε πίσω και μας την ξαναέφερε δακτυλογραφημένη.

Δεν θυμάμαι αν στην αρχική προκήρυξη υπήρχε το σύμβολο της ομάδας, δηλαδή το αστέρι. Μπορώ να πω ότι φοβήθηκα κατά την ώρα της ενέργειας και τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα, αλλά κυριαρχούσε ο φόβος μήπως αυτό που κάναμε δεν ήταν σωστό. Εκείνο το διάστημα συναντιόμασταν ως ομάδα σε καφετέριες οι τέσσερίς μας και όχι σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο. Ανταλλάσσαμε απόψεις για την πολιτική επικαιρότητα και περισσότερο υπήρχε καθοδήγηση από τον Λάμπρο. Ξέχασα να πω ότι στην ενέργεια κατά του Γουέλς τα τρία όπλα, που δεν θυμάμαι τον τύπο τους, μας τα είχε προμηθεύσει ο Λάμπρος και μετά το τέλος της ενέργειας μας τα πήρε πάλι. Δεν μας είχε εκπαιδεύσει από πριν, μας είχε δείξει απλώς τον χειρισμό τους. Για τον ίδιο, δεν μπορώ να γνωρίζω, αν είχε καλή γνώση στη χρήση του όπλου. Μετά την ενέργεια αυτή και μέχρι το 1976 που έφυγα για να κάνω το στρατιωτικό μου, δεν συναντηθήκαμε με τους υπόλοιπος της ομάδος. Οι συναντήσεις που προανέφερα έγιναν πριν από το χτύπημα κατά του Γουέλς. Το 1979 τελείωσα από τον Στρατό και δεν γνώριζα τίποτε σχετικά με την ομάδα. Τότε συνάντησα τον Λάμπρο τυχαία και μου είπε «τι μπορούμε να κάνουμε;», εννοώντας κάποιο καινούργιο χτύπημα, που θα επιχειρούσε η ομάδα. Τον ρώτησα: «μόνοι μας;» και αυτός μου απάντησε: «Θα βρούμε και άλλους». O Γιάννης Σερίφης ήταν ήδη εκτός ομάδος γιατί μόλις είχε αποφυλακιστεί από κάποια δίκη που είχε και διαφωνούσε πολιτικά με τον Λάμπρο ως προς την ένοπλη πάλη. Κατάλαβα λοιπόν ότι δεν είχε σχέση πλέον ο Γιάννης Σερίφης με την ομάδα και τον Λάμπρο.

Συγκέντρωση

Κατά τον Οκτώβριο του 1979 περίπου, ο Λάμπρος, σε κάποια καφετέρια μας συγκέντρωσε. Εμένα και δύο πρόσωπα τα οποία έβλεπα για πρώτη φορά και μου τους σύστησε ως Φώτη και Νικήτα. O Φώτης είναι το πρόσωπο το οποίο αναγνώρισα με τις πρόσφατες συλλήψεις, με το πραγματικό όνομα Ψαραδέλλης Θεολόγος, ενώ ο Λάμπρος είναι το πρόσωπο που έχει το όνομα Αλέξανδρος Γιωτόπουλος το οποίο για πρώτη φορά έμαθα με τις πρόσφατες συλλήψεις. Υπήρχε και ένα ακόμη πρόσωπο που μου τον σύστησε ο Λάμπρος ως Νικήτα, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχω αναγνωρίσει. Μπορώ να το περιγράψω ως εξής: Ηταν ηλικίας 30-35 ετών, λίγο παχουλός, ύψους περίπου 1,70 μ., μελαχρινός, καλλιεργημένος, με μαύρα κοντά μαλλιά. Μετά την πρώτη συνάντηση ακολούθησαν και άλλες τέσσερις – πέντε συναντήσεις σε καφετέριες της περιοχής Παγκρατίου. Εκεί συζητούσαμε την πολιτική επικαιρότητα, που τότε υπήρξαν θάνατοι σε μια πορεία του Πολυτεχνείου από άνδρες των MAT και τότε ο Λάμπρος πρότεινε να κάνουμε κάποια επιχείρηση κατά ανωτέρου αξιωματικού των MAT. O ίδιος ο Λάμπρος επέλεξε τον αστυνόμο Πέτρου και συζητήσαμε το σχέδιο πώς θα δράσουμε, πάντοτε εμείς οι τέσσερις, δηλαδή εγώ, ο Λάμπρος, ο Φώτης και ο Νικήτας.

Ηδη, είχα αποκτήσει ψευδώνυμο «Βαγγέλης». Τον σχεδιασμό τον έκανε ο Λάμπρος και έφερε πάλι κείμενο για τη σχετική προκήρυξη. Συμφωνήσαμε με το περιεχόμενό του και αρχίσαμε να παρακολουθούμε τον αστυνόμο Πέτρου για χρονικό διάστημα ενός μηνός περίπου. Μας εφοδίασε πάλι με όπλα ο Λάμπρος, την ημέρα που αποφασίσαμε να γίνει το χτύπημα. Ξεκινήσαμε με ένα αμάξι, το οποίο οδηγούσα εγώ. Οταν φτάσαμε στο σημείο που θα τον περιμέναμε, κατέβηκαν από το αμάξι οι τρεις και εγώ έμεινα μέσα. O Νικήτας έμεινε σε κάποια απόσταση από το αυτοκίνητο για να ειδοποιήσει για την άφιξη του Πέτρου.

Για Πέτρου

Οταν με ειδοποίησε ο Νικήτας, εγώ έκλεισα με το αυτοκίνητο τον δρόμο και αναγκάστηκε ο Πέτρου να σταματήσει. Διευκρινίζω ότι οδηγός του αυτοκινήτου του ήταν ο Σταμούλης και συνοδηγός ήταν ο Πέτρου. Αφού σταμάτησε το αυτοκίνητό του, οι Λάμπρος και Φώτης πυροβόλησαν αρκετές φορές εναντίον τους, από μικρή απόσταση, σύμφωνα με το σχέδιο, κατά το οποίο έπρεπε να εκτελεστούν. Μετά την εκτέλεση μπήκαμε και οι τέσσερις στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Παραδώσουμε τα όπλα στον Λάμπρο και φύγαμε και για ένα διάστημα δεν ξανασυναντηθήκαμε.

Το 1980 υπέστην τροχαίο ατύχημα, από το οποίο κινδύνεψα να πεθάνω, αλλά τελικώς επέζησα με μόνιμη αναπηρία στο αριστερό μου χέρι. Ετσι αποσύρθηκα οριστικά από την ομάδα, αλλά και γιατί διαφωνούσα πλέον με τις δολοφονίες και όλες τις ενέργειες της ομάδας, δηλαδή ληστείες κ.λπ. Το 1983 άρχισα να εργάζομαι στο νοσοκομείο Παίδων ως τηλεφωνητής. Παντρεύτηκα και απέκτησα δύο παιδιά. H σύζυγός μου εργάζεται στο ίδιο νοσοκομείο. Αργότερα, το 1991, χρειάστηκα χρήματα για να κάνω φυσιοθεραπείες και ο ξάδελφός μου Κωστάρης Ηρακλής μου έδωσε δυο-τρεις φορές από 100.000 δρχ., τα οποία του επέστρεψα και στη συνέχεια πήρα άλλες δύο φορές, από 100.000 δρχ. περίπου τη φορά, τα οποία δεν του έχω επιστρέψει μέχρι σήμερα.

Για τα χρήματα

Με τον Κωστάρη και τον Καρατσώλη είχαμε κάνει συζητήσεις, επειδή είχα υποπτευθεί ότι συμμετείχαν στην ομάδα, περί το 1990-1991 και προσπαθούσα να τους αποτρέψω από τη συμμετοχή τους αυτή. Για τα χρήματα πίστευα ότι ήταν προσωπικά τους χρήματα γιατί δούλευαν κανονικά και δεν είχα καμιά υποψία ότι μπορεί να προέρχονταν από το ταμείο της ομάδας.

Στις συζητήσεις μας ποτέ δεν παραδέχθηκαν ανοιχτά ότι συμμετέχουν στη «17 Νοέμβρη», αλλά πολλές φορές έλεγαν ότι οι ενέργειες της ομάδας αυτής δεν βγάζουν πουθενά. Αργότερα, περί το 1990-1991, έμαθα ότι ο Νικήτας είχε ανοίξει κατάστημα με πήλινα στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, αλλά δεν γνωρίζω ακριβώς πού, ούτε πήγα ποτέ στο μαγαζί του. Είχα μάθει επίσης ότι ο Νικήτας είχε προσαχθεί στην Αστυνομία περί το 1985.

O Νικήτας πρέπει να παρέμεινε στην ομάδα το διάστημα 1980-1985. Μετά το 1990 και αφού είχε ήδη αποχωρήσει ο Νικήτας που προανέφερα, κάποιοι από την ομάδα μου είχαν δώσει το όνομα «Νικήτας». Εν τω μεταξύ, όλα αυτά τα χρόνια μετά την αποχώρησή μου, έβλεπα κάποια πρόσωπα που υποψιαζόμουν ότι ήταν στην ομάδα, όπως ο Ξηρός Χριστόδουλος, ο Κωσταρής και ο Καρατσώλης. Το 1990 περίπου γνώρισα για πρώτη φορά τον Λουκά. Μου τον σύστησε ο Χριστόδουλος Ξηρός.

Για Χριστόδουλο

Σημειώνω εδώ ότι τότε γνώριζα τον Ξηρό Χριστόδουλο, όχι με το πραγματικό του όνομα, αλλά με το ψευδώνυμο, νομίζω, Χρήστος. Στο πρόσωπο του Λουκά αναγνώρισα τον καταζητούμενο σήμερα Κουφοντίνα.

Στην ίδια περιοχή και συγκεκριμένα στο ουζερί του Γιάννη Σερίφη στα Εξάρχεια, συνάντησα ένα πρόσωπο με το ψευδώνυμο «Αρης», το οποίο δεν αναγνώρισα στους μέχρι σήμερα συλληφθέντες. Μπορώ να τον περιγράψω ως εξής, το 1990 που τον γνώρισα: Ηλικίας 40 ετών τότε, μετρίου αναστήματος, αδύνατος, μετρίου αναστήματος, μελαχρινός, με πυκνά κοντά μαλλιά, σκούρα. Δεν γνωρίζω τους Ξηρό Βασίλειο, Ξηρό Σάββα, Γεωργιάδη Διονύσιο και Τέλιο Κων/νο. Για τις ενέργειες της ομάδας μετά την αποχώρησή μου το 1980, δεν με ενημέρωνε κανένας απλώς πληροφορούμουνα από τα μέσα ενημέρωσης και από τις προκηρύξεις που έστελνε η ομάδα.

Οσον αφορά τη σύγκριση των προκηρύξεων των αρχικών με τις νεώτερες, υπάρχει διαφορά στη διατύπωση της ιδεολογικής υποστήριξης της θεματολογίας τους. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν συνεχίζονταν να γράφονται από το ίδιο πρόσωπο, δηλ. από τον Λάμπρο που γράφονταν αρχικά, όμως υπάρχει διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση. Εγώ σε όλη αυτή την πορεία μέσα στην ομάδα δεν διέκρινα πρόσωπο με μεγαλύτερη ισχύ στην ομάδα από τον Λάμπρο, δηλαδή τον Γιωτόπουλο. Κοιτάζοντας πίσω, όσο με αφορά, στην αρχική συγκρότηση της ομάδας, μπορώ να πω με σιγουριά ότι εκτός από εμάς τους τέσσερις, δηλαδή τον Λάμπρο που όπως προανέφερα είχε τον αρχηγικό ρόλο, τον Γιάννη Σερίφη, την Αννα και εμένα, δεν υπήρχε κανένας άλλος που να επηρεάζει τα πράγματα, δηλαδή τις επιλογές μας και τον τρόπο δράσης μας.

Πιστεύω ότι η οργάνωσή μας δημιουργήθηκε λόγω των συνθηκών της εποχής και την παρότρυνση του Λάμπρου κατά πρώτο λόγο και του Σερίφη κατά δεύτερο. Οπως προανέφερα, ήδη από το 1980 είχα σταματήσει να πιστεύω σε αυτή τη δραστηριότητα και να υποστηρίζω την ένοπλη πάλη και προσπάθησα να αποτρέψω τα νεώτερα μέλη της ομάδας που ήταν από το χωριό μου το Μόρφι Θεσπρωτίας, από τη συμμετοχή τους αυτή. Αρχικά, δυστυχώς, πείστηκα ότι έπρεπε να συμμετέχω στην ένοπλη αυτή δραστηριότητα πιστεύοντας ότι προσφέρω κάτι σημαντικό στην πατρίδα χωρίς κανένα προσωπικό όφελος.

Ζητώ συγγνώμη

Σήμερα καταδικάζω αυτού του είδους τη βία και ζητώ συγγνώμη από τα θύματα και τις οικογένειές τους και όσους τυχόν έχω βλάψει μέχρι σήμερα. Νομίζω ότι η συμμετοχή μου οφείλεται στον νεανικό ενθουσιασμό και στις συνθήκες της εποχής. Για τη δολοφονία του Μάλλιου δεν γνωρίζω τίποτε. Για τον Γιάννη Σερίφη γνωρίζω ότι από την αρχή διαφώνησε για την ένοπλη πάλη, γι’ αυτό και αποχώρησε πολύ σύντομα. Για τους Θωμά Σερίφη, Καρατσώλη Κων/νο και Κωστάρη Ηρακλή πιστεύω ότι επίσης παρασύρθηκαν και αυτοί από τον ίδιο ενθουσιασμό και ιδεολογία και από ό,τι γνωρίζω τα τελευταία χρόνια ήθελαν και αυτοί να αποσυρθούν γιατί αυτή η μορφή πάλης δεν οδηγούσε πουθενά. Ηδη από το 1983 εργάζομαι κανονικά στο νοσοκομείο Παίδων Αγλαΐα Κυριακού, χωρίς να έχω οποιαδήποτε συμμετοχή σε παράνομες δραστηριότητες και σε οργανώσεις τέτοιου είδους. H πιθανή εξήγηση που δίνω για το γεγονός ότι ο Λάμπρος αρνείται τη συμμετοχή του στην οργάνωση «17 Νοέμβρη», παρά το γεγονός ότι τον έχουμε αναγνωρίσει πολλοί από τους συλληφθέντες, μεταξύ των οποίων και εγώ, που δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο Λάμπρος, τον οποίο γνώρισα στην ομάδα αρχικά και μεταγενέστερα, είναι ότι ήταν πάντοτε απόλυτος υποστηρικτής των ιδεών του, δηλαδή της ένοπλης πάλης και πιθανόν να συνεχίζει να πιστεύει το ίδιο μέχρι σήμερα. Ανέφερα όλα όσα γνωρίζω για τη συγκεκριμένη ομάδα, της οποίας όπως προανέφερα τη δράση αποδοκιμάζω και θέλω να υπαχθώ στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου, γιατί συνέβαλα ουσιαστικά στην εξάρθρωση της ομάδας αυτής, επιθυμώντας να ζήσω με την οικογένειά μου μια ήσυχη ζωή στο μέλλον.

Θέλω εδώ να διευκρινίσω ότι τον Λάμπρο δεν τον έχω δει πρόσφατα από κοντά, αλλά τον αναγνώρισα από τις φωτογραφίες που έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο και βλέποντάς τον ζωντανά στην τηλεόραση. Αλλωστε δεν έχει αλλάξει και πολύ από τον καιρό που τον πρωτογνώρισα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Ψαραδέλλη. Και αυτόν τον αναγνώρισα βλέποντάς τον στην τηλεόραση και σε φωτογραφίες.

Τίποτε άλλο δεν έχω να προσθέσω.

Διαβάστηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφεται:

Ο Κατηγορούμενος, Σερίφης Παύλος, H Ανακρίτρια, O Εισαγγελέας, H Γραμματέας

Σερίφης Παύλος