ΚΟΙΝΩΝΙΑ

O νέος χάρτης σεισμικότητας της Ελλάδας

Τέλος στον μύθο των «ασεισμικών περιοχών» θέτει ο νέος χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας της Ελλάδας που δημοσιοποιήθηκε χθες και με τον οποίο καταργείται η έως σήμερα πρώτη, κατώτατη ζώνη σεισμικής επικινδυνότητας και ταυτόχρονα σημαντικά τμήματα της χώρας, και κυρίως οικιστικά συγκροτήματα με εκατομμύρια κατοίκους, κατατάσσονται σε ανώτερες ζώνες σεισμικού κινδύνου. Στην πράξη, η νέα κατηγοριοποίηση της χώρας σε ζώνες κινδύνου έρχεται να καταγράψει την τραγική και παράλληλα πολύτιμη εμπειρία των τελευταίων ετών μέσα από τους καταστροφικούς σεισμούς (Αττικής, Σκύρου, Κόνιτσας και παλαιότερα Αιγίου, Γρεβενών, Πάτρας) αλλά και να επιβάλει αυξημένους όρους αντισεισμικότητας των νέων κτιρίων για την Ελλάδα, τη χώρα όπου απελευθερώνεται το 50% της συνολικής σεισμικής ενέργειας της Ευρώπης.

Ο νέος χάρτης, που παρουσιάστηκε χθες από την υπουργό Περιβάλλοντος κ. Βάσω Παπανδρέου, έρχεται να αντικαταστήσει τον υπάρχοντα που ετέθη σε ισχύ το 1995 και βασίζεται σε στοιχεία της περιόδου 1986 – 89, δηλαδή σχεδόν πριν από 17 έτη!

Διαφορές

Οι σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στον ισχύοντα και στον Νέο Χάρτη (τίθεται σε ισχύ από την 1η/1/2004) είναι:

Καταργείται η «χαμηλή ζώνη» (όπου προβλεπόταν εδαφική επιτάχυνση 0,12g, η οποία είναι η μονάδα μέτρησης της έντασης των σεισμικών δονήσεων με βάση την οποία σχεδιάζονται οι κατασκευές) και η χώρα χωρίζεται πλέον σε τρεις ζώνες σεισμικής επικινδυνότητας (0,16 – 0,24 και 0,36 g). H υπαγωγή μιας περιοχής σε μία εκ των τριών ζωνών, πρακτικά σημαίνει διαφορές στη σεισμική δράση σε ποσοστό 33% – 50%. Πρακτικά, ο σεισμικός κίνδυνος της δεύτερης ζώνης (0,24g) είναι μέχρι και 50% υψηλότερος από την πρώτη ζώνη (0,16g).

Περιοχές που ανήκαν στην πρώτη – κατώτατη ζώνη, περνούν στη νέα κατώτερη ζώνη (0,16g). Με αυτόν τον τρόπο, σημαντικός αριθμός δήμων της Αττικής περνούν σε ανώτερη ζώνη σεισμικής επικινδυνότητας (δήμοι Μαραθώνος, Ραφήνας, Σπάτων, Καλυβίων, Κουβαρά, Κερατέας, Αναβύσσου, Σαρωνίδας, Λαυρεωτικής).

Στην Αττική, δήμοι και κοινότητες που δοκιμάστηκαν από τον τελευταίο σεισμό της Πάρνηθας (Ανω Λιοσίων, Αχαρνών, Ζεφυρίου, Μεταμόρφωσης, Λυκόβρυσης, Καματερού, Πετρούπολης, Νέας Φιλαδέλφειας, Ιλίου, Αγ. Αναργύρων, Φυλής, Ασπροπύργου, Ελευσίνας, Αίγινας, Σαλαμίνας, Θρακομακεδόνων, Καλάμου, Πολυδενδρίου και Καπανδριτίου) μεταπίπτουν από τη ζώνη σεισμικού κινδύνου 0,16g στη «μεσαία» ζώνη κινδύνου 0,24g

Αντίστοιχες αλλαγές καταγράφονται και σε άλλες περιοχές της χώρας ενώ συγκεκριμένα στο νομό Θεσσαλονίκης οι δήμοι Καλλιθέας και Μιγδωνίας περνούν στη ζώνη 0,24g (από 0,16) και οι δήμοι Αξιού, Μηχανιώνας και Επανομής στη ζώνη 0,16g (αφού καταργείται η ζώνη κινδύνου 0,12).

Τα νησιά των Κυκλάδων, περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης που υπάγονταν, μέχρι σήμερα, στην κατώτατη ζώνη σεισμικού κινδύνου κατατάσσονται πλέον στη ζώνη 0,16g.

Αλλαγές στους όρους δόμησης

Ο νέος Χάρτης Σεισμικής Επικινδυνότητας θα ενσωματωθεί στον Αντισεισμικό Κανονισμό του 2000 και πρόκειται να «επηρεάσει» τους όρους δόμησης των νέων κατασκευών σε όλη τη χώρα καθιστώντας τα ασφαλέστερα και, ολίγον, ακριβότερα. Κυρίως, όμως, έρχεται να θεραπεύσει τις αδυναμίες του προηγούμενου χάρτη. Ενδεικτικές, προς τούτο, είναι οι επισημάνσεις της ίδιας της επιτροπής που συνέταξε το νέο χάρτη (με συντονιστή τον πρόεδρο του ΟΑΣΠ κ. B. Ανδριανάκη και τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των κ.κ. Θ. Τάσιου, Γ. Σταυρακάκη, Γ. Γκαζέτα, Γερ. Τσελέντη). Σύμφωνα με αυτές, η διαίρεση της χώρας σε 4 ζώνες σεισμικής επικινδυνότητας (σ.σ. με τον προηγούμενο Χάρτη) είχε ως αποτέλεσμα σε πολλές περιοχές να παρουσιάζεται εναλλαγή τριών ζωνών ακόμη και στα όρια ενός νομού! H επιστημονική ομάδα θεωρεί λανθασμένη την εναλλαγή ζωνών σε απόσταση μερικών μόνο χιλιομέτρων «όταν είναι γνωστό ότι η επιφάνεια επιρροής ενός σεισμού των 6,5 Ρίχτερ καλύπτει αρκετές δεκάδες χιλιόμετρα». Επίσης, εκτιμάται ότι η ύπαρξη τής υπό κατάργησιν, κατώτατης ζωνης (0,12g) «δημιουργούσε την αίσθηση ότι κάποιες περιοχές δεν κινδυνεύουν από τον σεισμό, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται γενικότερα αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη και εμπέδωση αντισεισμικής συνείδησης».

Πέραν, ωστόσο, της προφανούς βελτίωσης της σεισμικής ασφάλειας των κτιρίων αλλά και του «παιδευτικού» χαρακτήρα που έχει ο νέος Χάρτης, η υιοθέτησή του θα προκαλέσει αλλαγές στον σχεδιασμό και στην κατασκευή κτιρίων και τεχνικών έργων, με συνακόλουθες συνέπειες στο κόστος αυτών. Σύμφωνα, πάντως, με τις εκτιμήσεις των υπηρεσιών του ΥΠΕΧΩΔΕ, το πρόσθετο αυτό κόστος δεν θα είναι μεγάλο και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να θεωρείται αμελητέο εάν επιθυμούμε πιο ασφαλή κτίρια. Σύμφωνα με το ΥΠΕΧΩΔΕ, το κόστος κατασκευής μιας κατοικίας σε περιοχή που μετακινείται από τη ζώνη 0,12g στη ζώνη 0,16g δεν πρόκειται να αυξηθεί πλέον του 0,2 -0,3%. Αντίστοιχα, σε περιοχές που μεταπίπτουν από τη ζώνη 0,16 στη ζώνη 0,24g το πρόσθετο κόστος υπολογίζεται σε 0,5% έως 1%.