ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν προσαρμόσει την πρακτική τους σε ρυθμίσεις, οδηγίες

Εκτός από τις αναμενόμενες αντιδράσεις των τραπεζών στις δικαστικές αποφάσεις, η τελευταία απόφαση του Εφετείου, η οποία λόγω του τελεσίδικου χαρακτήρα της είναι άμεσα εκτελεστή, δημιουργεί μια σειρά άλλων προβλημάτων γιατί σε ορισμένα καίρια σημεία της έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ορίζει σχετική Πράξη Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος αλλά και σχετικές κοινοτικές Οδηγίες.

Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου επί της ουσίας επικυρώνει την απόφαση 1119 που είχε εκδοθεί από το Πρωτοδικείο το 2001, επί των βασικών σημείων της οποίας οι τράπεζες έχουν ήδη προσαρμοσθεί, ενώ η ίδια απόφαση έχει ληφθεί υπόψη στην Πράξη Διοικητή 2501/31.10.2002 με θέμα «Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους».

Από τον Νοέμβριο

Σε εφαρμογή της Πράξης Διοικητή, η οποία ισοδυναμεί με νόμο του κράτους, οι τράπεζες έχουν προσαρμόσει ήδη από τον περασμένο Νοέμβριο το 80% περίπου των θεμάτων και των όρων που το Εφετείο έκρινε παράνομους και καταχρηστικούς.

Η συγκεκριμένη Π.Δ. της Τραπέζης της Ελλάδος, η οποία τον περαμένο Οκτώβριο είχε επίσης προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την πλευρά των τραπεζών και σειρά διαβουλεύσεων μεταξύ του διοικητή της ΤτΕ κ. Νίκου Γκαργκάνα και του προεδρείου της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών ρυθμίζει τα περισσότερα επίμαχα ζητήματα.

Συγκεκριμένα η Π.Δ. που καθορίζει θέματα ενημέρωσης των συναλασσομένων, ορίζει στην περίπτωση των χορηγήσεων σε ό,τι αφορά τα επιτόκια ότι: Το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread) όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό). Δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει το θέμα της εισφοράς του N. 128 υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει να αναφέρεται χωριστά. Αυτό εφαρμόζεται ήδη από τις τράπεζες.

Σ’ ό,τι αφορά τις περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς θα πρέπει να αναφέρεται σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με τους βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. Παρεμβατικά Επιτόκια ΕΚΤ).

Ολες σχεδόν οι τράπεζες έχουν ήδη προσαρμόσει τα κυμαινόμενα επιτόκιά τους στεγαστικών δανείων με βάση προσδιορισμού το euribor ή το βασικό επιτόκιο ευρώ της EKT, γεγονός που οδήγησε και σε περαιτέρω αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Υπό την έννοια αυτή, ουσιαστικά έχει εκλείψει από την τραπεζική αγορά το κλασικό κυμαινόμενο επιτόκιο. Αναφορικά με τα έξοδα φακέλων, η Π.Δ. ουσιαστικά αποδέχεται την ύπαρξη εξόδων φακέλου και ορίζει ότι οι τράπεζες οφείλουν να ενημερώνουν «αναλυτικά το ύψος των αμοιβών για τυχόν παρεχόμενες ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπανών καθώς και των εξόδων υπέρ τρίτων που εισπράττουν. Στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνονται τα έξοδα συμβολαιογράφων ή δικηγόρων ή τα έξοδα ελέγχου του ακινήτου από συνεργαζόμενους με την τράπεζα μηχανικούς. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με την απόφαση του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία κρίνεται καταχρηστική και παράνομη η είσπραξη εξόδων φακέλου. H Πράξη Διοικητή αποδέχεται επίσης τη ρήτρα πρόωρης εξόφλησης, υπό τον όρο ότι οι τράπεζες οφείλουν να ενημερώνουν για τις προϋποθέσεις και τους όρους πρόωρης εξόφλησης ή μετατροπής των όρων του δανείου καθώς και τις επιβαρύνσεις όπου αυτές επιτρέπονται και τον τρόπο υπολογισμού τους.

Οι τράπεζες έχουν προχωρήσει σε μερική προσαρμογή του όρου αυτού. Συγκεκριμένα, εφαρμόζουν τη ρήτρα πρόωρης αποπληρωμής σε περιπτώσεις που ο πελάτης θελήσει να εξοφλήσει το δάνειό του πριν από τη λήξη της καθορισμένης διάρκειας, χρεώνοντας επιβάρυνση από 1,5% έως και 2,5% επί του ποσού που αποπληρώνεται εφόσον το επιτόκιο του δανείου είναι κυμαινόμενο. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι τράπεζες σε μεγάλο βαθμό ακολουθούν ελαστικά κριτήρια κατά περίπτωση και με βάση την αξιολόγηση του πελάτη. Για παράδειγμα, ορίζουν ρήτρα πρόωρης εξόφλησης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. τα πρώτα χρόνια του δανείου όπου η καταβολή των δόσεων αφορά κυρίως τοκοχρεολύσια και λιγότερο κεφάλαιο) και στη συνέχεια «απελευθερώνουν» τον πελάτη από ανάλογες ρήτρες. Στις περιπτώσεις, όμως, στεγαστικών δανείων με σταθερό επιτόκιο, οι τράπεζες όχι μόνον επιβάλλουν ρήτρα πρόωρης εξόφλησης, αλλά μπορεί επιπλέον να ζητήσουν την καταβολή πρόσθετου ποσού που αποτελεί το κόστος επανατοποθέτησης των κεφαλαίων, τα οποία υποτίθεται ότι η τράπεζα πρέπει να διαθέσει σε χρόνο ενωρίτερο από την προβλεπόμενη σταθερή διάρκεια του δανείου.

Οι προμήθειες

Ιδιαίτερη σημασία τέλος έχει η παράγραφος που περιλαμβάνει η Πράξη διοικητή με τίτλο «Προμήθειες Χορηγήσεων», αναγνωρίζοντας την ύπαρξη προμηθειών. Στη διάταξη αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει: «Δεν επιτρέπεται η είσπραξη οποιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η είσπραξη:

Ι) προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων

ΙΙ) προμήθειας αδράνειας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων ανεξάρτητα από τη μορφή χορηγήσής τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων (π.χ. συμβολαιογραφικά, έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου, εγγραφής υποθήκης κ.λπ.)».

Ουσιαστικά, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν βαφτίζει ως προμήθεια αλλά ως αμοιβή τα παραπάνω και υπό την έννοια αυτή επιτρέπεται η είσπραξή τους.