ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι επιπτώσεις σε καρδιακό και αναπνευστικό σύστημα

Μακροπρόθεσμα όλοι είμαστε πειραματόζωα της… ατμοσφαιρικής μας καθημερινότητας. Τουλάχιστον αυτό αποφαίνονται οι επαγγελματίες της Υγείας, οι οποίοι συνδέουν την ύπαρξη των αιωρούμενων σωματιδίων στον αέρα που αναπνέουμε με βλάβες κυρίως στο καρδιοαναπνευστικό σύστημα του οργανισμού.

Τα… επικίνδυνα κομμάτια ύλης, που φέρουν τον όρο «αιωρούμενα ατμοσφαιρικά σωματίδια», εισέρχονται βαθιά στον πνεύμονα και αυξάνουν τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις.

Ανησυχία για την υγεία των κατοίκων του Λεκανοπεδίου δημιουργεί η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον ευρωβουλευτή του ΣΥκ. Αλέκο Αλαβάνο όσον αφορά στην ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα της Αττικής.

Η απάντηση βασίζεται σε σχετική μελέτη της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, που αναφέρει ότι μακροπρόθεσμη έκθεση σε συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων στο περιβάλλον ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση του προσδόκιμου ζωής. Ειδικότερα, τα αποτελέσματα του ερευνητικού σχεδίου APHEA – 2 δείχνουν ότι οι επιπτώσεις των μικροσωματιδίων PM 10 και PM 2,5 είναι οξύτερες σε υψηλότερα επίπεδα διοξειδίου του αζώτου και σε θερμότερα κλίματα.

«Παλαιότερα, γινόταν καταμέτρηση του μαύρου καπνού με διάμετρο μικρότερη των 4 μm.

Η έκθεση στον συγκεκριμένο ρύπο έδειξε επιδείνωση των συμπτωμάτων στο αναπνευστικό σύστημα, καθώς καταγράφηκαν περισσότερες εισαγωγές καρδιολογικών και αναπνευστικών περιστατικών στα νοσοκομεία. Οταν η συγκέντρωση αυξάνεται κατά 10 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, η αντίστοιχη αύξηση των κρουσμάτων αγγίζει το 1% και της θνησιμότητας το 0,5% ημερησίως», εξηγεί στην «K» η καθηγήτρια Ιατρικής Στατιστικής και Επιδημιολογίας κ. Κλέα Κατσουγιάννη.

Διεισδύουν πιο εύκολα

Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι τα μικροσωματίδια ενοχοποιούνται για αρνητικότερες επιπτώσεις στο προσδόκιμο επιβίωσης απ’ ό,τι οι κοινοί ατμοσφαιρικοί ρύποι. Κι αυτό διότι, λόγω του μεγέθους τους, διεισδύουν πολύ πιο εύκολα στους εσωτερικούς χώρους κι επομένως ο οργανισμός μας εκτίθεται περισσότερο. Λιγότερο επικίνδυνα εμφανίζονται τα σωματίδια που παράγονται από τη σκόνη των έργων, καθώς ως μεγαλύτερα από εκείνα που εκπέμπονται κατά την κίνηση των οχημάτων δεν φθάνουν στους πνεύμονες, αλλά συγκρατούνται από τη βλεννογόνο.

Περισσότερο τεκμηριωμένες είναι οι βραχυχρόνιες επιδράσεις του όζοντος στο αναπνευστικό, καθώς ο τοξικός αυτός ρύπος εμφανίζεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στην ατμόσφαιρα της Αθήνας. Ασθενέστερες είναι οι επιπτώσεις του διοξειδίου του αζώτου.

Δύσπνοια, επιδείνωση βήχα

Οι συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με την κατάσταση της υγείας μας. «Στους απολύτως υγιείς τα συμπτώματα είναι κυρίως περιστασιακά: τσούξιμο στα μάτια, προσωρινό βράχνιασμα της φωνής, αλλεργία στη μύτη, παρατεταμένος βήχας. Σε όσους, όμως, υποφέρουν από άσθμα ή χρόνια βρογχίτιδα παρατηρούνται περισσότερες κρίσεις δύσπνοιας και επιδείνωση του βήχα, που δεν αποκλείεται να οδηγήσει και στο νοσοκομείο», αναφέρει στην «K» ο διευθυντής της Γ΄ Πνευμονολογικής Κλινικής του Σισμανογλείου Νοσοκομείου Αθηνών κ. Βασίλης Πολυχρονόπουλος.

Συνήθως, οι καθημερινοί ρύποι (διοξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του θείου, όζον, μονοδείδιο του άνθρακα) δεν δημιουργούν αξιοσημείωτα βραχυπρόθεσμα προβλήματα στους υγιείς.

«Ωστόσο, επειδή οι ρύποι μεταβάλλονται δεν είμαστε σε θέση να τεκμηριώσουμε στις μεγαλουπόλεις το συσχετισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης με την εκδήλωση σοβαρών ασθενειών. Προς το παρόν, δεν μπορούμε να συνδέσουμε τον καρκίνο του πνεύμονα με την έκθεση του ανθρώπινου οργανισμού σε ρύπους», καταλήγει ο κ. Πολυχρονόπουλος.

Περισσότερο εκτεθειμένοι είναι εκείνοι που ασκούνται συστηματικά, καθώς εισπνέουν μεγαλύτερες ποσότητες μικροσωματιδίων. Αλλωστε, έρευνα έδειξε ότι έφηβοι – αθλητές που ασκούνται στην ύπαιθρο αναπτύσσουν ευκολότερα άσθμα.