ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανέσεις κάρου με «εισιτήριο» λιμουζίνας

«Οι νέες τεχνολογίες απλουστεύουν τη ζωή», αναφέρει ένα σλόγκαν του συρμού. Η διαπίστωση αυτή θα μπορούσε να ισχύει ιδιαίτερα για το Ιντερνετ, καθώς μπορεί να δώσει χειροπιαστές απαντήσεις στην ανάγκη της ενημέρωσης, της επικοινωνίας, της εξυπηρέτησης σε διάφορες υπηρεσίες (αγορά εισητηρίων, κλείσιμο θέσεων) ή ακόμα και της αγοράς. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που χαρακτηρίζουν το Ιντερνετ νέο «κήπο της Εδέμ» ή «παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια». Κι όμως, στην Ελλάδα, τα δώρα αυτά της νέας εποχής παρέχονται με το σταγονόμετρο και συχνά με τίμημα άπλετο εκνευρισμό. Μέλη της κοινότητας των χρηστών του Ιντερνετ μάς έλεγαν ότι η πρώτη αντίδραση ενός Ελληνα μπροστά σε έναν υπολογιστή συνδεδεμένο με το Ιντερνετ δεν είναι ούτε η περιέργεια ούτε η αναζήτηση ούτε ο θαυμασμός για όλα τα ωραία που μπορεί να δει ή να διαβάσει, αλλά το άγχος! «Πρέπει να κάνουμε όσο το δυνατό πιο γρήγορα, καθώς το ρολόι γράφει και το κοστολόγιο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο», λέει ο Πέτρος, 22χρονος χρήστης του Ιντερνετ. «Ασε, που με τις κλασικές συνδέσεις, δεν υπάρχει πιο μεγάλη ταλαιπωρία από το να προσπαθείς να κατεβάσεις ένα τραγούδι ή ένα βίντεο. Περνάς από 40 κύματα», λέει. «Και μόνο που σκέφτομαι τι δυνατότητες υπάρχουν στο εξωτερικό, ενώ εμείς παλεύουμε ακόμα με… ματρακάδες, με πιάνει απελπισία», συμπληρώνει.

Οι λιγότεροι χρήστες στην Ε.Ε.

Το χαμηλό αυτό επίπεδο υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τα υψηλά τιμολόγια, αποτελούν σίγουρα αιτίες για τη χαμηλή διείσδυση του Ιντερνετ στην Ελλάδα. Δέκα χρόνια μετά την είσοδό του στη χώρα, η επέκτασή του, αν και σημαντική πλέον, υστερεί έναντι των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της VPRC, στο πλαίσιο ευρύτερης μελέτης για την «Κοινωνία της Πληροφορίας», οι χρήστες του Διαδικτύου, άνω των 15 ετών, υπολογίζονται σε 1,7 εκατομμύρια, ενώ ένα εκατομμύριο άτομα επιπλέον είναι περιστασιακοί χρήστες. Ετσι, τακτικοί και περιστασιακοί χρήστες φτάνουν τα 2,5 – 2,7 εκατομμύρια. Ομως, αν και ο αριθμός των χρηστών έχει αυξηθεί πάνω από 170% από το 2001 (από το 10% του πληθυσμού φτάσαμε στο 27%), εξακολουθεί να είναι -ως ποσοστό- το χαμηλότερο μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το Ιντερνετ αποτελεί πλέον πραγματικότητα για ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας και ειδικά για τα πιο ενεργά, ηλικιακά, εργασιακά και κοινωνικά, κομμάτια της.

Αυτό είναι και το μυστικό του ξαφνικού ενδιαφέροντος των πολιτικών με το Ιντερνετ. Αν και δεν αποτελεί ακόμα καθολικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της υγείας και της παιδείας, αφορά ιδιαίτερα το κρίσιμο «τάργκετ γκρουπ» της νεολαίας, εκείνο δηλαδή το τμήμα του πληθυσμού που αναζητεί πολιτική επιλογή, είναι ρευστό ως προς την εκλογική του έκφραση και μπορεί να κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα το προφίλ των χρηστών: Οσον αφορά την ηλικιακή κατανομή, το 21% είναι από 13 – 17 χρόνων, το 27% από 18 – 24, το 25% μεταξύ 25 – 34, το 16% 35 – 44, ενώ μόλις το 8% είναι μεταξύ 46 – 54 χρόνων, ενώ υπάρχει και ένα 3% που ανήκει στην πιο προχωρημένη ηλικιακή ομάδα των 56 -70 χρόνων.

Οσον αφορά το εισόδημα των χρηστών, το 90% – 95% δήλωσε στις έρευνες ότι έχει μέσο ή ανώτερο, αναδεικνύοντας μια ταξική όψη της χρήσης του Ιντερνετ. Οι άνδρες αποτελούν το 60%, ενώ το 85% – 90% έχει μόρφωση μέση έως ανώτατη.

Η συχνότητα χρήσης είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με τα ευρωπαϊκά ή τα αμερικανικά δεδομένα. Το 61% μπαίνει στο Ιντερνετ μόλις 2 – 3 φορές την εβδομάδα, ενώ το 56% σερφάρει λιγότερο από μία ώρα. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη του Ιντερνετ είναι σχεδόν αμελητέα στην επαρχία και ειδικά στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, όπου αποτελεί και πιο μεγάλη ανάγκη για να καλυφθούν οι αποστάσεις και να αποκτηθεί πρόσβαση σε υπηρεσίες.

Πανάκριβα τιμολόγια

Οι οργανώσεις των χρηστών του Ιντερνετ, αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των απλών κυβερνοναυτών θεωρούν ότι ένα μεγάλο πρόβλημα είναι ο συνδυασμός χαμηλών ταχυτήτων για τις «φθηνές» συνδέσεις και πανάκριβων τιμολογίων για τις σύγχρονες συνδέσεις, που όμως δεν έχουν ακόμα την ποιότητα των ευρωπαϊκών ή των αμερικανικών! Μάλιστα, στο κοντινό παρελθόν δεν έπαψαν και ψηφιακές διαμαρτυρίες, με αποστολή μαζικά e-mail διαμαρτυρίας στον ΟΤΕ και την κυβέρνηση για τις υψηλότατες τιμές των υπηρεσιών.

Σήμερα, στην Ελλάδα, παρέχονται τρεις δυνατότητες συνδέσεων. Η πρώτη, που έχουν ακόμα οι περισσότεροι χρήστες, είναι η απλή σύνδεση dial-up, όπου χρεώνεσαι με το χρόνο που είσαι στο Ιντερνετ και οι ταχύτητες είναι χαμηλές. Η κοστολόγησή της στην Ελλάδα είναι στα επίπεδα του μέσου ευρωπαϊκού όρου (και λίγο ψηλότερα), αλλά εάν λάβουμε υπόψη ότι τα εισοδήματα στη χώρα μας κινούνται κάτω από το 62% της Ε.Ε., τότε το τιμολόγιο είναι αρκετά ακριβότερο.

Τα προηγούμενα χρόνια αναπτύχθηκε η σύνδεση ISDdial-up, που προσφέρει πολύ πιο γρήγορες ταχύτητες, χρεώνεται επίσης με χρονοχρέωση και είναι βέβαια και πολύ πιο ακριβή. Συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές τιμές, τα τιμολόγια ΙSDείναι επίσης αρκετά πιο ακριβά.

Εκεί όμως που οι τιμές θεωρήθηκαν -και δικαιολογημένα- εξωφρενικές ήταν στη σύνδεση ADSL, η οποία ήταν για την Ελλάδα η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Με μόνιμη ανοιχτή γραμμή όλο το 24ωρο, μεγάλες ταχύτητες και δυνατότητα για παράλληλα τηλεφωνήματα, αποτελούσε σημαντική καινοτομία. Αλλά μέχρι πριν από ένα μήνα, το μηνιαίο κόστος έφτανε τα 400 ευρώ(!), δύο έως οκτώ φορές παραπάνω από τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. και μέχρι και δέκα φορές ακριβότερο από τις ΗΠΑ! Λες και είναι χώρα ζάμπλουτων η Ελλάδα…

Παρέμβαση της Κομισιόν

Μέχρι και η Κομισιόν παρενέβη για την απαράδεκτη ακρίβεια. Δεν έχουν περάσει δύο εβδομάδες από τότε που ο αρμόδιος επίτροπος για τις τηλεπικοινωνίες κ. Ερκι Λικάνεν, σε παρέμβασή του τόνιζε ότι «οι νέες διατάξεις της Ε.Ε. θα έπρεπε να έχουν υλοποιηθεί από τις 25 Ιουλίου του 2003», ενώ ανακοίνωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «έχει ήδη κινήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες κατά της Ελλάδας». Η βασική ευθύνη βρίσκεται στον OTE, που νοικιάζει πανάκριβα τις γραμμές στους παροχείς Ιντερνετ.

Τις τελευταίες μέρες, μετά τη γενική κατακραυγή, ο ΟΤΕ και οι υπόλοιπες εταιρείες αναπροσάρμοσαν τις τιμές αισθητά προς τα κάτω, αλλάζοντας και τον τρόπο υπολογισμού του κόστους. Ετσι, αντί για χρονοχρέωση μιλάμε τώρα για ογκοχρέωση. Ο ΟΤΕ, για παράδειγμα, πέρα από το πάγιο των 24,99 ευρώ, χρεώνει μηνιαία συνδρομή 9,95 ευρώ για 1.000 ΜΒ και 19,95 για 3.000 ΜΒ. Από ‘κει και πέρα, κάθε επιπλέον ΜΒ θα χρεώνεται με 0,015 ευρώ. Η Hellas OLine απάντησε με ένα τιμολόγιο που δεν περιλαμβάνει καθόλου μηνιαίο πάγιο, αλλά μόνο χρέωση για τον όγκο (προς 0,013 ευρώ ανά ΜΒ), ενώ αναμένεται και η αναπροσαρμογή της Forthnet.

Πάντως, μέχρι τώρα, ο πιο πολύς κόσμος στην Ελλάδα μπαίνει στο Ιντερνετ από τη δουλειά ή από ιδρύματα (μάλλον για λόγους οικονομικούς), άρα η βασική χρήση του Ιντερνετ είναι για επαγγελματικούς ή μορφωτικούς λόγους. Αποκαλυπτικό είναι ότι στα τέλη του 2002, που υπάρχουν τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, μόλις το 12% των νοικοκυριών στη χώρα μας είχαν σύνδεση με το Ιντερνετ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν 43%!

Αναζητούνται λύσεις με ουσιαστικό περιεχόμενο

Στην Ελλάδα, με το κατάλληλο αμπαλάζ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, πολλά κοινότοπα πράγματα παρουσιάζονται ως πολύ μεγάλες καινοτομίες. Το να έχει ένας πολιτικός προσωπική ιστοσελίδα (όπως χιλιάδες έφηβοι ή μεγαλύτεροι), συντηρημένη φυσικά από κατάλληλους υπαλλήλους θεωρήθηκε εξαιρετικά ριζοσπαστικό μέτρο, όπως και το να χρησιμοποιεί… e-mail. Προφανώς, η χρήση του τηλεφώνου από κάποιον υποψήφιο πρωθυπουργό, πριν από αρκετές δεκαετίες, δεν θα προκαλούσε την ίδια θύελλα ενθουσιασμού. Σε κάθε περίπτωση καλό είναι οι πολιτικοί να ασχολούνται με τις νέες τεχνολογίες και να ξέρουν τα προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή τους. Το ζήτημα είναι να μη μετατρέπονται σε πανάκεια, ούτε σε επίχρισμα ενός παλιού περιεχομένου, ούτε σε αντικατάσταση του ίδιου του περιεχομένου. Γιατί οι νέες τεχνολογίες και το Ιντερνετ, μπορούν να βοηθήσουν για την αντιμετώπιση των βασικών προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά δεν μπορούν να είναι η ίδια η λύση. Στο πρόβλημα της δημοκρατίας, για παράδειγμα, προβλήθηκε από τον Γ. Παπανδρέου η πρόταση της συμμετοχικής δημοκρατίας, που για ορισμένους μεταφράστηκε σε ψηφιακή δημοκρατία ή σε δημοκρατία μέσω Ιντερνετ. Αλήθεια, πολλούς δελεάζει η ιδέα μιας άμεσης δημοκρατίας μέσω διαδικτύου, δημοψηφισμάτων oline (σαν κι αυτών που κάνουν μια σειρά ιστοσελίδες, χωρίς να τους δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία), αλλά πώς θα αντιμετωπιστεί το χάσμα του κοινωνικο-ταξικού (και ψηφιακού πλέον) αποκλεισμού; Πώς δεν θα καταντήσει η όλη διαδικασία σαν την ψηφοφορία του Μπιγκ Μπράδερ και η επιλογή πολιτικής σαν υπόθεση Τσάκα-Τσούκα; Πώς θα αποφύγουμε την επιλογή από προκατασκευασμένες λύσεις, όπως διαλέγεις τα προϊόντα στο σούπερ μάρκετ; Πώς θα υπάρξει ουσιαστική ανάδραση μεταξύ των πολιτών, μεταξύ των ψηφοφόρων, χωρίς μια διαδικασία επικοινωνίας και σύγκρουσης απόψεων, όπως εξασφάλιζαν η αρχαία αγορά της άμεσης δημοκρατίας, αλλά και (ώς ένα βαθμό) τα πολιτικά κόμματα και τα πολιτικά ρεύματα, οι δημόσιες πολιτικές εκστρατείες και τα καφενεία (όχι τα ίντερνετ-καφέ). Χωρίς όλα αυτά, με μια κοινωνία που είναι στον καναπέ και δέχεται την πλύση εγκεφάλου της τηλεόρασης η ψηφιακή δημοκρατία δεν έχει ψυχή. Να βάλουμε λοιπόν το Ιντερνετ στην πολιτική, όχι για να συρρικνώσει την πολιτική, αλλά για να την αναπτύξει…