ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανεργοι, στο περιθώριο της κοινωνίας

Μέσα στην τελευταία δεκαετία, μόνο στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και του έτοιμου ενδύματος τα «λουκέτα» άφησαν στον δρόμο πάνω από 44.000 εργαζομένους. Αιτήσεις πτώχευσης μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων κατατίθενται κατά χιλιάδες κάθε χρόνο (πέρυσι, 9.500), ενώ μόνο μέσα στο 2005 έκλεισαν 25 μεγάλες εταιρείες που απασχολούσαν η καθεμία πάνω από 150 εργαζομένους, στέλνοντας εκατοντάδες άτομα να προστεθούν στις μακριές λίστες ανεργίας του ΟΑΕΔ. Διότι, όταν μια βιομηχανία κλείσει, όποιος μένει άνεργος πολύ δύσκολα ξαναβρίσκει δουλειά. Εργαζόμενοι λίγο πριν από τη σύνταξη, αλλά και νέοι 30 ετών «στοιβάζονται» στο περιθώριο της κοινωνίας με καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους, τις οικογένειές τους και την κοινωνία. Η κατάσταση είναι τόσο τραγική, ώστε ούτε στις λεγόμενες «άτυπες» μορφές εργασίας δεν μπορούν να απορροφηθούν. Λίγες ημέρες κακοπληρωμένης και με άθλιες συνθήκες εργασίας ακολουθούνται από μακρό διάστημα ανεργίας. Και τα έξοδα τρέχουν… Βασικές ανάγκες επιβίωσης δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Τράπεζες παίρνουν σπίτια για καταναλωτικά δάνεια των 3.000 ευρώ που έχουν ληφθεί για να αντιμετωπισθούν βασικές ανάγκες. Ο ίδιος ο άνεργος από τη στενοχώρια και το ανυπέρβλητο άγχος χάνει την εσωτερική του ισορροπία. Αυτό εκδηλώνεται άλλοτε με νευρικότητα, άλλοτε με επιθετικότητα ή κατάθλιψη, άλλοτε με σοβαρά καρδιακά νοσήματα ή καρκίνους που οδηγούν σε θάνατο. Ομως όταν νοσούν οι πολίτες, νοσεί η κοινωνία.

Οι άνεργοι αισθάνονται ότι η πολιτεία «τους πετάει στα σκουπίδια» και ότι οι πολιτικοί, ανεξαρτήτως χρώματος, «παραμυθιάζουν τον κόσμο». Τα «Λιπάσματα Δραπετσώνας» τα έκλεισε το κράτος. H ναυπηγοεπισκευαστική «Ιππόκαμπος» στην Αθήνα, μια ακμάζουσα παραγωγικά εταιρεία, είχε επιδοτηθεί με πολλά εκατομμύρια δραχμές μόλις λίγα χρόνια πριν κλείσει. Το παραγωγικό τμήμα της Goodyear στη Θεσσαλονίκη ήταν κερδοφόρο για την αμερικανική εταιρεία, που όμως επέλεξε να το κλείσει.

Ο ΟΑΕΔ, που θεωρητικά μεσολαβεί μεταξύ του ανέργου και του επόμενου εργοδότη, έχει αποτύχει. Τα προγράμματα κατάρτισης, επίσης. Στην πραγματικότητα τα προγράμματα αυτά λειτουργούν σαν επίδομα ανεργίας, που χρηματοδοτείται εν μέρει από την Ε.Ε. και γι’ αυτό στοιχίζει λιγότερο στο κράτος. Πώς μπορεί ένα 50άρης μαραγκός να γίνει κομμωτής;

Σε ό,τι αφορά τους νόμους, όσοι υπάρχουν για να προστατεύουν τους εργαζομένους, άλλοι τόσοι έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για τη διασφάλιση των προσδοκιών των εργοδοτών. Ετσι, οι ελπίδες εναποτίθενται στην κοινοτική νομοθεσία και την εφαρμογή της από τον Αρειο Πάγο ή το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ). Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει σαφής παραβίαση της κοινοτικής οδηγίας 75/129, όπως τροποποιήθηκε από την 92/56, σύμφωνα με την οποία οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να έρθουν σε διαβούλευση με τους εργαζομένους πριν προβούν σε ομαδικές απολύσεις. Πόσοι, όμως, από αυτούς το γνωρίζουν;

Λιπάσματα Δραπετσώνας

Ολοι στην επιδότηση των 400 ευρώ τον μήνα

Τα «Λιπάσματα Δραπετσώνας» έκλεισαν το 1999 με κυβερνητική απόφαση αφήνοντας ανέργους 384 εργαζομένους. Ακολούθησαν προγράμματα κατάρτισης και επανένταξης, που απέτυχαν. Σήμερα, έξι χρόνια αργότερα, το μόνο που έχει μείνει είναι άνεργοι, πικρία, χρόνια ένδειας, απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών, δικαστικές εκκρεμότητες: Την 1η Νοεμβρίου εκδικάζεται στον Αρειο Πάγο προσφυγή των εργαζομένων για παραβίαση της εθνικής και της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά την τήρηση των διαβουλεύσεων στις ομαδικές απολύσεις. Η εισηγητική έκθεση είναι θετική. Αν επαληθευθεί ο φόβος «άνωθεν» παρέμβασης, που θα παρεμποδίσει την τελική δικαίωση, θα ακολουθήσει το ΔΕΚ.

– Ο 56χρονος κ. Ηλίας Ματέρης, πρόεδρος του σωματείου των εργαζομένων, διαβεβαιώνει ότι «κανένας συνάδελφος δεν έχει πλέον δουλειά όπως αυτή στα Λιπάσματα». Η ανεργία τούς έχει «κτυπήσει» όλους: από τους πτυχιούχους ΑΕΙ (γεωπόνοι, χημικοί, μηχανικοί) μέχρι τους τεχνίτες (εφαρμοστές, θερμαστές, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι). Είναι εντυπωσιακό ότι στα προγράμματα επιδότησης των 400 ευρώ τον μήνα μπήκε ακόμη και ο μηχανολόγος της εταιρείας. Ενας άνθρωπος που είχε την ευθύνη ολόκληρου του εργοστασίου, με ατμογεννήτριες που παρήγαγαν επτά μεγαβάτ την ώρα… Τι συνέβη στις ζωές των ανθρώπων; «Πολλοί συνάδελφοι, που τα παιδιά τους είχαν πετύχει σε διάφορες σχολές εκτός Αθήνας, δεν μπόρεσαν να τα στείλουν να σπουδάσουν. Αλλοι συνάδελφοι χώρισαν από τις οικογένειές τους. Περίπου 10-15 συναδέλφοι πέθαναν. Και ήταν νέοι».

– Ο 57χρονος κ. Γιάννης Σκουτζούρης, υδραυλικός, θυμάται τότε που πήγε σε ένα εργοστάσιο να δουλέψει. «Ημουν 53 χρόνων. Εδωσα δείγμα δουλειάς κι επειδή επιπλέον ήμουν εργοστασιακός, μου είπαν: “Μας κάνετε”. Μόλις είπα την ηλικία μου και πόσα ένσημα έχω, ξέρετε τι μου είπαν; “Τι να σε κάνουμε; Βράζει η γίδα;”»… Οταν κτυπάς συνέχεια πόρτες και δεν γίνεται τίποτα, κάποια στιγμή απελπίζεσαι. Νιώθεις άχρηστος, ότι σ’ έχουν πετάξει στα σκουπίδια. «Η γυναίκα μου, με όλες αυτές τις καταστάσεις, είχε δυο χρόνια προβλήματα. Στο τέλος έπαθε εγκεφαλικό. Περνάγαμε με 350 ευρώ τον μήνα. Ας μη συζητήσουμε το πώς αντέξαμε»…

– Η 53χρονη κ. Μαρία Αθανασιάδου σημειώνει: «Επί 28 χρόνια σηκωνόμουν κάθε μέρα στις 6.00 το πρωί. Ηξερα ότι στις 6.30 θα πάρω το λεωφορείο για να είμαι στις 7.30 στη δουλειά. Ανεργη πλέον, στα 47 μου, σηκωνόμουν πάλι στις 6.00 το πρωί και καθόμουν στο τραπέζι, μ’ ένα καφέ μπροστά μου μέχρι τις 11.00. Σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν… Θα μπορούσα να ξαναβρώ δουλειά; Θα μπορούσα να πάρω σύνταξη; Θα ήταν ανθρώπινη; Τρία χρόνια, όλο μου το κορμί πόναγε. Είχα τρελάνει τον άνδρα μου και τους γιατρούς. Σε μια νύχτα άσπρισα»… Θυμάται με πίκρα: «Μια από τις φορές που πήγα στον ΟΑΕΔ μού ζήτησαν να υπογράψω ένα έντυπο ότι όντως θέλω να βρω δουλειά. Εάν είναι δυνατόν… Η ανεργία θερίζει. Στον δήμο Αλίμου θα γίνουν 70 προσλήψεις για χειρωνακτική δουλειά -καθαριότητα, νεκροταφείο, οδοκαθαριστές- και έχουν γίνει 3.800 αιτήσεις».

Goodyear

Κανένας δεν συμπλήρωσε τα βαρέα ένσημα

Τον Ιούλιο του 1996 η Goodyear έκλεισε το εργοστάσιο παραγωγής ελαστικών στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι τότε, και σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το εργοστάσιο είχε κερδοφορία. Παρήγαγε το 0,9% της παγκόσμιας παραγωγής ελαστικών και συνέβαλε στο 3,6% των κερδών του διεθνούς κολοσσού. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, η εταιρεία είχε σκοπό να μεταφέρει τη συγκεκριμένη μονάδα στην Πολωνία, όπου τα κέρδη θα αυξάνονταν κατά 50%. Εκλεισε σε μια περίοδο που θα γίνονταν επενδύσεις, χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς να τηρηθεί κατ’ ελάχιστον η νομοθεσία. Οι 350 εργαζόμενοι προσέφυγαν στον Αρειο Πάγο. «Ημασταν ευτυχείς που τότε ήταν πρόεδρος ο Γιώργος Κάππος και εισαγγελέας ο Δημήτρης Λινός», σημειώνει ο κ. Κώστας Στάγκος. «Ο Αρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Οι ελληνικές κυβερνήσεις πιέζονται από χρόνια να εφαρμόσουν τον κοινοτικό νόμο. Πρέπει να υπάρχει διαβούλευση με τους εργαζομένους. Δεν είναι δυνατόν οι εταιρείες να παίρνουν επιδοτήσεις από την ελληνική κυβέρνηση ή την Κοινότητα και να κλείνουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν».

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι είχαν προϋπηρεσία 20-30 χρόνια και 7.000-9.000 βαρέα ένσημα κατά μέσο όρο ο καθένας, όταν έκλεισε η βιομηχανία. «Ο νόμος λέει ότι βγαίνεις σε σύνταξη με 4.500 ένσημα, εκ των οποίων τα 3.600 βαρέα. Εμείς έχουμε κατά μέσο όρο 8.000 βαρέα ένσημα. Ομως δεν μπορέσαμε να βγούμε τότε στη σύνταξη λόγω μικρής ηλικίας. Και σήμερα δεν μπορούμε, διότι ο νόμος λέει ότι τα 1.000 βαρέα θα πρέπει να έχουν μπει τα τελευταία 13 χρόνια. Από τότε που έκλεισε το εργοστάσιο, κανένας μας δεν μπόρεσε να τα συμπληρώσει. Οι πιο μεγάλοι, που ήταν κοντά στη σύνταξη, δούλεψαν στη μαύρη αγορά μέχρι να συνταξιοδοτηθούν για να μη χαλάσουν τα βαρέα ένσημά τους. Οι ελάχιστοι από τους νεότερους που μπορέσαμε να βρούμε κάποια σταθερή δουλειά, αναγκαστήκαμε να τα χαλάσουμε. Και ενώ μπήκαμε στην εταιρεία 20άρηδες και στα 55 θα βγαίναμε σε σύνταξη, τώρα πάμε για τα 65 μας χρόνια. Η ανεργία είναι ένα σκαλοπάτι πριν από τον θάνατο. Δεν αντέχεται να έχεις ένα καλό μισθό και να μένεις ξαφνικά στον δρόμο. Οταν έκλεισε το εργοστάσιο δημιουργήθηκε μεγάλος πανικός. Περίπου 30 συνάδελφοι πέθαναν από καρκίνο ή καρδιά».

Υστερα από τέσσερα χρόνια εργασίας ως πωλητής σε βιομηχανίες, ο κ. Στάγκος, επειδή έχει πτυχίο λογιστή, κατάφερε να βρει μόνιμη εργασία. «Είμαι αποθηκάριος, πωλητής και πολλά άλλα. Σήμερα για να βρεις δουλειά πρέπει να καλύπτεις διαφορετικές ειδικότητες. Ο μικτός μου μισθός είναι 700 ευρώ».

Κλωστοϋφαντουργία Σερδάρης

Οι γαζώτριες κάνουν πια δουλειές του ποδαριού

Η μικτή ελληνογερμανική εταιρεία «Σερδάρης BW» με έδρα τη Θεσσαλονίκη έκλεισε το 1994, διότι μετέφερε τις δραστηριότητές της στη Βουλγαρία. Στην περίοδο της ακμής της απασχολούσε 300 άτομα και λίγο πριν κλείσει 120. «Τα πρώτα χρόνια κάτι έβρισκες. Ομως όσο περνούσε ο καιρός λιγόστευαν οι δουλειές. Μια συνάδελφος έφτασε κάποτε στο σημείο να αλλάξει 17 εργοδότες σε ένα χρόνο», λέει η κ. Δήμητρα Κανακούδη που σήμερα είναι 45 χρόνων. «Σήμερα η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Στη Βόρεια Ελλάδα κλείνουν συνέχεια εργοστάσια. Οι γαζώτριες κάνουν πια δουλειές του ποδαριού και θελήματα. «Φιλάμε κατουρημένες ποδιές» για να μας πάρουν στα καπνά, όπου δουλεύουμε εποχιακά. Μας στοιβάζουν στα φορτηγά για να πάμε και μας φέρνουν νύχτα πίσω».

Μια άλλη σαραντάχρονη από τη Σίσερ Πάλκο εξηγεί ότι πολύ λίγες από τις πρώην συναδέλφισσές της ήταν τυχερές και βρήκαν δουλειά σε σούπερ μάρκετ (4ωρη ημιαπασχόληση). «Ελάχιστες κατάφεραν να πάνε σε βιοτεχνίες, με 3 ευρώ την ώρα, ανασφάλιστες και όποτε υπάρχει δουλειά. Κάποιες πήγαν σε εταιρείες καθαρισμού με 2,8 ευρώ την ώρα. Το εξαήμερο γράφεται για πενθήμερο και το ένσημο είναι μισό. Αλλα υπογράφουν οι γυναίκες και άλλα παίρνουν».

Ιππόκαμπος

Οι τράπεζες απειλούν να τους πάρουν τα σπίτια

Η «Ιππόκαμπος» ήταν μια ναυπηγοεπισκευαστική εταιρεία υψηλών προδιαγραφών, που το 2001 είχε βραβευθεί ως η μεγαλύτερη εξαγωγική ελληνική εταιρεία. Εταιρεία πέντε ηπείρων, απασχολούσε 350 εργαζομένους την 1η Απριλίου 2003 όταν έκλεισε. Ανθρωποι 22 ειδικοτήτων, με προϋπηρεσία 17-28 χρόνων έμειναν αιφνίδια άνεργοι και με την εταιρεία να τους χρωστάει εκατομμύρια δραχμές σε δεδουλευμένα.

Το 1999 ο ιδιοκτήτης της είχε πάρει επιδότηση μερικών εκατοντάδων εκατ. δραχμών. Ομως στα τέλη του 2001 άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα ρευστότητας και το 2003 (μολονότι βρίσκονταν σε εξέλιξη 14 μεγάλες συμβάσεις έργου) είχε πλέον τεράστια χρέη στις τράπεζες. O κόσμος, που ήδη από το 2002 δεν πληρωνόταν κανονικά, έμενε απλήρωτος. Σήμερα, οι εργαζόμενοι διεκδικούν δικαστικά τα δεδουλευμένα και τις αποζημιώσεις τους που εκτιμώνται σε 20 περίπου εκατ. ευρώ. Οι αγωγές άρχισαν να εξετάζονται μόλις πριν από λίγους μήνες.

Δεν «παγώνουν» τα δάνεια

«Το κράτος στην αρχή για να σωπάσουμε μοίραζε προγράμματα και επιχορηγήσεις. Ομως, δεν μπορείς να μετατρέψεις στα 55 του τον μαραγκό σε κομμωτή», σημειώνει ο πρόεδρος των εργαζομένων, ο 39χρονος κ. Δαμιανός Νιναίος. «Και το 1994 είχε πάλι πρόβλημα η εταιρεία, αλλά με τη βοήθεια των εργαζομένων ανέκαμψε. Το ίδιο πιστεύαμε ότι θα συμβεί το 2003. Του είχαμε πει να πληρώνει κάθε εβδομάδα το στοιχειώδες βδομαδιάτικο μέχρι να έρθει σε κάποια σειρά. Τελικά, έφθασε να χρωστάει σε εργαζόμενο και 20.000 ευρώ δεδουλευμένα. Με το όνειρο ότι η εταιρεία πάλι θα ανακάμψει, ο κόσμος έτρεξε να πάρει καταναλωτικά δάνεια. Και σήμερα, άνθρωποι που δούλευαν 18 και 25 χρόνια κινδυνεύουν να χάσουν από τις τράπεζες τα σπίτια τους». Επανειλημμένως παρακάλεσαν ώστε να παγώσουν τα δάνεια μέχρι ο κόσμος να επανενταχθεί. «Ομως δεν έγινε τίποτε. Οι τράπεζες δείχνουν το πρόσωπό τους μόνο στους εργαζομένους. Τους εργοδότες και όσους καταχρώνται χρήματα δεν τους αγγίζουν. Εμένα με απειλεί η τράπεζα για ένα δάνειο που πήρε η γυναίκα μου πριν από τριάμισι χρόνια. Πού θα βρω 700 ευρώ κάθε μήνα; Αλλη τράπεζα μου ζητάει άλλες δόσεις. Για τέσσερα χρόνια το παιδί μου σέρνει το πρόβλημα της «Ιππόκαμπος». Προχθές που το έβγαζα από το μπάνιο πήγα να το τυλίξω με μια πετσέτα της εταιρείας και το παιδί έπαθε σπασμούς. Η ιστορία με την «Ιππόκαμπος» έχει καταστρέψει εμάς και τις οικογένειές μας».

Δουλειές δεν υπάρχουν και η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη στη Ζώνη Περάματος, εκεί όπου κυρίως έχουν στραφεί οι πρώην εργαζόμενοι της «Ιππόκαμπος»: «Χιλιάδες οι άνεργοι και όποιος πρόλαβε τον Κύριο οίδε. Αναγκασθήκαμε να δουλέψουμε σε συνεργεία καθαρισμού δεξαμενών στην Ψυττάλεια. Είμασταν τρεις Ελληνες μέσα σε 80 αλλοδαπούς, σε άθλιες συνθήκες, χωρίς τις στοιχειώδεις προφυλάξεις υγιεινής και ασφάλειας». Παρά τις διαβεβαιώσεις των πολιτικών, δεν υπήρξε καμία μέριμνα για τους εργαζομένους από 56 ετών και άνω. «Συνεχίζουν να δουλεύουν 20 μέρες, να κάθονται ένα μήνα, να δουλεύουν τρεις ημέρες… και κολλάνε 50 ένσημα τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι θα φθάσουν 70 χρόνων για να βγουν στη σύνταξη».

«Τρέμω όταν είναι άρρωστο το παιδί»

«Το 2003 έφθανα με τις υπερωρίες 2.500 ευρώ τον μήνα», λέει ο Γιάννης, ένας άλλος 39χρονος που δούλευε 18 χρόνια στην «Ιππόκαμπος». «Σκοτωνόμουν στη δουλειά, διακοπές δεν πήγαινα, αλλά πληρωνόμουν. Μπορούσα να αγοράσω δυο ρούχα στα παιδιά μου. Οχι αυτό το πράγμα σήμερα. Να νυχτώνει, να είναι άρρωστο το παιδί και να τρέμει η καρδιά μου, γιατί δεν έχω λεφτά να πάρω ένα ταξί αν χρειαστεί νοσοκομείο. Ξυπνάω το πρωί, με ρωτάει η γυναίκα μου «θα πας τα παιδιά στο σχολείο;» και δεν έχω μούτρα να βγω από το σπίτι. Γιατί η γειτονιά σε ρωτάει: «Ακόμα δεν βρήκες δουλειά;». Η πεθερά μου παίρνει συσσίτιο από την εκκλησία για να φάει. Παίρνει 500 ευρώ σύνταξη και μας δίνει τα 100-150. Ντρέπομαι, αλλά τα παίρνω. Γιατί πρέπει να ταΐσω τα παιδιά μου. Εχω φτάσει στο σημείο να λέω: «Παναγιά μου να μη γίνω κακός άνθρωπος». Κι έτσι τρελαίνεσαι. Και νιώθεις ρεμάλι. Και σου περνάει σιγά σιγά η ιδέα ότι είσαι άχρηστος. Ευτυχώς που μου συμπαραστέκεται η κυρά μου, που δεν χωρίσαμε».