ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα κτίρια που… βλάπτουν σοβαρά την τσέπη μας

H εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα αποτελεί μονόδρομο για την επίτευξη από τη χώρα μας των στόχων του Πρωτοκόλλου του Κιότο για τις κλιματικές αλλαγές. Οπως υπογραμμίζουν ειδικοί επιστήμονες, τα κτίρια στην Ελλάδα είναι από τα πλέον ενεργοβόρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ ο ευρύτερος δημόσιος τομέας δίνει το χειρότερο παράδειγμα…

Η σπατάλη ενέργειας διαιωνίζει την εξάρτηση της Ελλάδας από τα ορυκτά καύσιμα, όπως το πετρέλαιο και ο λιγνίτης, την καύση των οποίων όμως θα πρέπει να περιορίσουμε στο πλαίσιο των υποχρεώσεών μας απέναντι στη διεθνή κοινότητα. «Με ένα απλό «νοικοκύρεμα» των κτιρίων, η κατανάλωση ενέργειας της χώρας μπορεί να μειωθεί έως και 30%», τόνισε μεταξύ άλλων ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Α-θηνών κ. Μάνθος Σανταμούρης σε χθεσινή ημερίδα που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. «Το μεγαλύτερο μέρος των κτιρίων στην Ελλάδα -περίπου 2 εκατομμύρια- συμμετέχει στην αυξανόμενη κατανάλωση ενέργειας λόγω πλημμελούς κατασκευής, ενώ το 75% των δημόσιων και ιδιωτικών εμπορικών κτιρίων δεν πληρούν τους όρους ποιότητας του εσωτερικού αέρα». Σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών σε 2.000 κατοικίες στην Αθήνα έδειξε ότι κατά μέσο όρο τα κτίριά μας είναι κατά 80% πιο ενεργοβόρα π. χ. από αυτά της Κοπεγχάγης, ενώ ειδικά τα κτίρια του δημοσίου καταναλώνουν 20% περισσότερο για θέρμανση από ό,τι τα ιδιωτικά.

Για την αντιστροφή της εικόνας απαραίτητη είναι για τον κ. Σανταμούρη η εκπόνηση εθνικού προγράμματος εφαρμογής βιοκλιματικών συστημάτων σε κτίρια («ο χρόνος απόσβεσης τέτοιων επενδύσεων δεν ξεπερνά τα 3 χρόνια») και εθνικού προγράμματος εξοικονόμησης ενέργειας στα δημόσια κτίρια. Από την πλευρά της, η δρ Περιβαλλοντικού Δικαίου κ. Θεοδώρα Λαζαρέτου επισήμανε την ανάγκη θεσμοθέτησης οικονομικών και φορολογικών κινήτρων, ώστε οι πολίτες να προχωρήσουν στις απαραίτητες παρεμβάσεις, όπως τη σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου. Σύμφωνα με την ίδια, θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη «μειωτικού συντελεστή» 0,8% στον υπολογισμό των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων που πληρούν κάποια κριτήρια βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής.

Εκτός από τα κτίρια, ωστόσο, στην υπέρβαση των ορίων που μας έχει θέσει το Πρωτόκολλο του Κιότο συμβάλλει και ο τομέας των μεταφορών, ο οποίος απορροφά και το μεγαλύτερο ποσοστό από τους 20 εκατ. τόνους πετρελαίου που εισάγει ετησίως η χώρα μας. O συνεχώς αυξανόμενος στόλος I.X. αυτοκινήτων και ο «γερασμένος» στόλος φορτηγών καταναλώνουν υπέρμετρα καύσιμα εκπέμποντας στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Κι όμως, σε ολόκληρο τον κρατικό στόλο, συμπεριλαμβάνονται μόλις 10 αυτοκίνητα υβριδικής τεχνολογίας (φιλικά προς το περιβάλλον).

Την ίδια ώρα, όπως τόνισε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Αστεροσκοπείου Αθηνών, κ. Δημήτρης Λάλας, η Ελλάδα, ενώ θα έπρεπε ήδη από την 1η Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους να έχει θέσει σε λειτουργία το σύστημα καταγραφής των συναλλαγών ρύπων, «δεν το έχει καν αγοράσει».

Ρυπογόνα εργοστάσια

Χαμηλή παραμένει ακόμα η διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην παραγωγή ηλεκτρισμού. Μολονότι η χώρα μας έχει αναλάβει τη δέσμευση έως το 2010 να παράγει το 20,1% της ηλεκτρικής ενέργειας από εκμετάλλευση των ΑΠΕ, σήμερα βρισκόμαστε στο 11%, ενώ ακόμα και σύμφωνα με το πλέον αισιόδοξο σενάριο δεν θα έχουμε προσεγγίσει το στόχο έως τη συγκεκριμένη ημερομηνία.

Μάλιστα, αντί να επενδύουμε στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, δημιουργούμε και νέα ρυπογόνα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια. Ηδη, τόνισε ο διευθυντής του Αστεροσκοπείου Αθηνών κ. Δημ. Λάλας σχεδιάζεται η εγκατάσταση λιγνιτικού σταθμού στο Ακριτοχώρι Κορώνης του νομού Μεσσηνίας (η «K» έχει πρόσφατα αναφερθεί στις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας), «το οποίο όμως θα επιβαρύνει τις συνολικές εκπομπές ρύπων της χώρας κατά 2%, κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει». Οπως σημείωσε, στην Ελλάδα αντιστοιχούν πάρα πολλοί ρύποι ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας. Πρόσφατη μελέτη κατέταξε τη μονάδα της Κοζάνης ως το πιο ρυπογόνο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη.