ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σχέδιο σωτηρίας για την πρωτεύουσα

Τα Μεσόγεια δομούνται με φρενήρεις ρυθμούς, ενώ τα ανατολικά παράλια της Αττικής μετατρέπονται από παραθεριστικές περιοχές σε πρώτης κατοικίας. Το Θριάσιο Πεδίο παλεύει με τη ρύπανση και την υποβάθμιση, ενώ βόρεια Αττική και Μεγαρίδα αρχίζουν σιγά σιγά να χάνουν τις γεωργικές τους εκτάσεις. Και στο κέντρο όλων αυτών, το Λεκανοπέδιο των τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων: η πιο πυκνοδομημένη πόλη στη χώρα βλέπει τις κεντρικές της περιοχές να εγκαταλείπονται έναντι των προαστίων και την έλλειψη χώρων πρασίνου να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων της.

Απέναντι σε όλα αυτά είναι περισσότερο από προφανής η ανάγκη σχεδιασμού για το μέλλον της Αττικής. Το «στρατηγικό πλαίσιο χωρικής ανάπτυξης για την Αθήνα-Αττική» είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα που εκπονήθηκε από δωδεκαμελή επιστημονική ομάδα (με επιστημονική υπεύθυνο την καθηγήτρια της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ κ. Κλειτώ Γεράρδη) για λογαριασμό του ΥΠΕΧΩΔΕ, προκειμένου να αποτελέσει τη βάση του σχεδιασμού της περιφέρειας Αττικής, από κοινού με το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας (που βρίσκεται υπό αναθεώρηση). Ανάμεσα στους κύριους πυλώνες του, το σχέδιο προτείνει την ανάσχεση της οικιστικής επέκτασης προς τη βόρεια και ανατολική Αττική, την οργανωμένη ανάπλαση περιοχών του κέντρου Αθήνας και Πειραιά, τη μείωση της βιομηχανικής δραστηριότητας στο Θριάσιο, την προστασία της γεωργίας και κτηνοτροφίας στον νομό και την ανάπτυξη μεγάλων πάρκων και χώρων πρασίνου. Επίσης προτείνει τη διοικητική επέκταση της Αττικής προς τους γειτονικούς νομούς Βοιωτίας και Κορινθίας, αλλά και την «επιστροφή» των νησιών (πλην Σαλαμίνας και Αίγινας) στους γειτονικούς τους νομούς Αργολίδας και Λακωνίας.

Λεκανοπέδιο – Περισσότερο πράσινο, καλύτερες συγκοινωνίες

Η διατήρηση, πάση θυσία, των ελεύθερων χώρων, η ανάπλαση υποβαθμισμένων περιοχών του κέντρου Αθήνας και Πειραιά για την επιστροφή των κατοίκων, η ολοκλήρωση μεγάλων πάρκων και η δικτύωση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων είναι ανάμεσα στις κινήσεις που προτάσσει το ερευνητικό πρόγραμμα για την εξέλιξη των πέντε μεγάλων περιοχών του Λεκανοπεδίου. Η μελέτη χωρίζει το Λεκανοπέδιο σε πέντε μεγάλες χωρικές ενότητες και προτείνει ξεχωριστές δράσεις για την καθεμία:

1. Για το κέντρο της Αθήνας (με πληθυσμό ένα εκατομμύριο κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001, ο οποίος εκτιμάται ότι θα μειωθεί σε 826.000 – 855.000 έως το 2015) η μελέτη προτείνει τη συγκράτηση του πληθυσμού μέσω παρεμβάσεων βελτίωσης του οικιστικού περιβάλλοντος, την ολοκλήρωση του προγράμματος ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων, την ανάδειξη και ανάπλαση σημαντικών πλατειών και την αύξηση και αναβάθμιση δημόσιου χώρου και πρασίνου. «Ο Δήμος Αθηναίων επί σειρά ετών χάνει μέρος του πληθυσμού του, που μετακινείται προς περιφερειακές περιοχές. Μοναδικός τρόπος για επανάκαμψη των κατοίκων στην Αθήνα είναι οι παρεμβάσεις βελτίωσης του οικιστικού περιβάλλοντος», εξηγεί η κ. Κλειτώ Γεράρδη.

2. Για τον Πειραιά και τους περί αυτόν δήμους (569.000 κάτοικοι το 2001 που υπολογίζεται ότι θα μειωθούν σε 520-535.000 έως το 2015) προτείνει την προώθηση των μεγάλων παρεμβάσεων (όπως την ανάπλαση περιοχής λιπασμάτων Δραπετσώνας – Κερατσινίου με δημιουργία επιχειρηματικού πάρκου), την ανάπλαση υποβαθμισμένων περιοχών κατοικίας στον Πειραιά και την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων του Πειραιά. Για Υδρα, Σπέτσες, Τροιζηνία, Μέθανα και Πόρο προτείνει τη διοικητική ένταξή τους στον νομό Αργολίδας, ενώ των Κυθήρων και Αντικυθήρων στον νομό Λακωνίας.

3. Για τη νότια Αθήνα (598.000 κάτοικοι το 2001, οι οποίοι υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν σε 665.000 – 690.000 έως το 2015) θεωρείται σημαντική η δημιουργία του Μητροπολιτικού Πάρκου Ελληνικού, η ανάπλαση του Φαληρικού όρμου, η επέκταση της δυτικής περιφερειακής Υμηττού προς τα νοτιοανατολικά και η αναβάθμιση των τουριστικών υπηρεσιών αναψυχής. «Η περιοχή Καλλιθέας – Νέας Σμύρνης, Φαλήρου έχει χάσει τον παλαιό προαστιακό της χαρακτήρα και αποτελεί τρόπον τινά επέκταση του δήμου της Αθήνας προς τη θάλασσα. Η παραθαλάσσια περιοχή εξακολουθεί να διατηρεί τουριστικό χαρακτήρα, ενώ εξελίσσεται σε νέο επιχειρηματικό κέντρο», σημειώνει η κ. Γεράρδη.

4. Για το βόρειο Λεκανοπέδιο (590.000 κάτοικοι το 2001, αναμένεται να φτάσουν τους 742.000 – 768.000 έως το 2015) προτείνει να δοθεί έμφαση στην οργάνωση του μητροπολιτικού κέντρου Αμαρουσίου και την ανάπτυξη των αλσών Τουρκοβουνίων και Συγγρού.

5. Για τη δυτική Αθήνα (584.000 κάτοικοι το 2001, ενδέχεται να φτάσουν τους 600.000 έως το 2015) σημαντική θεωρείται η προσέλκυση λειτουργιών υγείας και εκπαίδευσης. Παράλληλα προτείνεται η καλύτερη σύνδεσή της με μέσα μαζικής μεταφοράς με το κέντρο της Αθήνας και του Πειραιά, ώστε να σπάσει το φράγμα Βορρά – Νότου.

Ανατολική Αττική – Περιορισμός της άναρχης δόμησης

Η ανάσχεση της ξέφρενης οικιστικής ανάπτυξης και ο περιορισμός της αυθαιρεσίας πρέπει να είναι οι κύριες προτεραιότητες για την ανατολική Αττική. Ειδικά για τα Μεσόγεια θεωρείται επιτακτική ανάγκη να διατηρηθεί η γεωργική γη και να ενισχυθεί. Στην περιοχή της Λαυρεωτικής η ανάπτυξη είναι πιο λελογισμένη και η ενίσχυση του Λαυρίου με υποδομές αναμένεται να συμβάλει στην ορθή ανάπτυξη της περιοχής.

Η περιοχή της νοτιοανατολικής Αττικής καλύπτει όλο το νότιο τμήμα του νομού και υποδιαιρείται σε δύο μεγάλες ενότητες: τα Μεσόγεια (Γέρακας, Ανθούσα, Γλυκά Νερά, Παλλήνη, Πικέρμι, Ραφήνα, Αρτεμις, Σπάτα, Παιανία, Κορωπί, Μαρκόπουλο Μεσογαίας) και τη Λαυρεωτική (Καλύβια, Κερατέα, Σαρωνίδα, Παλαιά Φώκαια, Ανάβυσσος, Λαύριο, Αγιος Κωνσταντίνος και Κουβαρά). Ο πληθυσμός της περιοχής ήταν 190.850 κάτοικοι το 2001 με σημαντική αύξηση από το 1991 (129.500).

Οικολογική ισορροπία

Οπως σημειώνει το ερευνητικό πρόγραμμα, η σημασία της ανατολικής Αττικής στην περιφερειακή οικονομία και την οικολογική ισορροπία της Αττικής είναι μεγάλη. Ειδικά στα Μεσόγεια, οι δήμοι και οι κοινότητες αυξάνουν με ταχείς ρυθμούς σε πληθυσμό και συγκέντρωση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ειδικά η ζώνη της Παλλήνης, του Γέρακα και των Γλυκών Νερών έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε περιοχή ισχυρής συγκέντρωσης δραστηριοτήτων εμπορίου, χονδρεμπορίου, ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και επιχειρήσεων, τάση που θα ενταθεί.

«Ειδικά στα Μεσόγεια είναι επιτακτική η ανάγκη ανάσχεσης της οικιστικής ανάπτυξης, τόσο της παραθεριστικής όσο και της πρώτης κατοικίας, αλλά και ελέγχου της άναρχης δόμησης», λέει η κ. Γεράρδη. «Πρέπει να μείνουμε στα όρια των περιοχών που έχουν πολεοδομηθεί. Η οικιστική ανάπτυξη, ει δυνατόν, θα έπρεπε να γίνει με νέες, οργανωμένες μορφές. Πρέπει επίσης να δοθεί ειδική έμφαση στην περιοχή του Ιπποδρόμου, ώστε να αποτελέσει πόλο πρασίνου και αναψυχής».

Για την περιοχή της Λαυρεωτικής, η πτωτική πορεία που οφειλόταν στην αποβιομηχάνιση του Λαυρίου έχει τα τελευταία χρόνια εξομαλυνθεί. «Η πόλη αρχίζει να μετατρέπεται σε κέντρο μεταφορών, αναψυχής και πολιτισμού. Με την επέκταση της Αττικής Οδού και του προαστιακού μέχρι το Λαύριο θα ενισχυθεί ο ρόλος της περιοχής».

Ανάμεσα στις υποδομές που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν και να ενισχύσουν την νοτιοανατολική Αττική αναφέρεται επίσης η δημιουργία επιχειρηματικών πάρκων στα Σπάτα και στην Παλλήνη (αντί της άναρχης ανάπτυξης επιχειρήσεων κατά μήκος της Αττικής οδού), η χάραξη νέου εσωτερικού δρόμου από τη Βάρη έως την Ανάβυσσο, ώστε να αποσυμφορηθεί ο παραλιακός και η δημιουργία θαλάσσιας συγκοινωνίας, από Ζέα προς Λαύριο με ενδιάμεσους σταθμούς.

Βόρεια Αττική – Να διατηρηθούν οι αγροί

Η συνεχής ρύπανση του Ασωπού και η έλλειψη υποδομών στις παλαιές παραθεριστικές περιοχές είναι τα κύρια προβλήματα της βόρειας Αττικής. Η περιοχή παρουσιάζει μια περιορισμένη τάση αστικοποίησης, τουλάχιστον σε σχέση με τα Μεσόγεια, τάση που αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Σημαντικό θεωρείται να διατηρηθεί ο αγροτοκτηνοτροφικός χαρακτήρας ορισμένων περιοχών, τόσο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, όσο και για την τροφοδοσία της Αττικής. Ο πληθυσμός της περιοχής ήταν 94.240 κάτοικοι το 2001. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο πληθυσμός της περιοχής θα φθάσει τους 114.000 – 118.000 κατοίκους έως το 2015.

«Εκτιμάμε ότι η βόρεια Αττική θα εξακολουθήσει να χαρακτηρίζεται από τη σχετικά περιορισμένη ανάπτυξη των παλαιών οικιστικών της κέντρων, όπως ο Μαραθώνας, το Γραμματικό και το Καπανδρίτι. Αντίθετα, σημαντική θα είναι η ανάπτυξη πρώτης κατοικίας στα νοτιοανατολικά ώς τον Αγιο Στέφανο και παραθεριστικής κατοικίας στα παράλια του Ευβοϊκού», λέει η κ. Γεράρδη. «Η περιοχή δεν χρειάζεται νέες οικιστικές επεκτάσεις. Τα κατά τόπους κέντρα της, όπως ο Μαραθώνας και το Καπανδρίτι, χρειάζονται ανάπλαση των κεντρικών τους σημείων, με τη δημουργία κοινόχρηστων χώρων πρασίνου, ώστε να γίνουν πιο βιώσιμα για τους κατοίκους. Πρέπει επίσης να οργανωθούν τα τέσσερα βιομηχανικά πάρκα (Αγίου Στεφάνου, Κρυονερίου, Ανοιξης, Αυλώνα). Διοικητικά, το ερευνητικό πρόγραμμα προτείνει την ένταξη στην περιφέρεια Αττικής των περιοχών Οινοφύτων και Σχηματαρίου, που συνδέονται πιο στενά με την Αθήνα, απ’ ό,τι με τη Θήβα».

Οσον αφορά την ανάπτυξη της περιοχής, η έρευνα θεωρεί θεμελιώδη την απορρύπανση του Ασωπού, που δέχεται λύματα από επιχειρήσεις στη Βοιωτία και την Αττική. «Επίσης, να καθαριστεί η περιοχή του Σχινιά από τις παράνομες επιχειρήσεις, να ενισχυθούν οι αρχαιολογικοί χώροι και να δημιουργηθούν ένας ή δύο οργνωμένοι χώροι αναψυχής. Η περιοχή θα μπορούσε να φιλοξενήσει, όπως και η νοτιοανατολική Αττική, συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων, ενδεχομένως ακόμα και στα σημερινά όρια με τη Βοιωτία, που ούτως ή άλλως προτείνουμε να μεταβληθούν».

Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα, τέλος, σημαντικός για την περιοχή θα πρέπει να εξακολουθήσει να είναι ο πρωτογενής τομέας με την προώθηση ειδικών καλλιεργειών για την τροφοδοσία της Αθήνας.

Δυτική Αττική – Ειδική φροντίδα για το περιβάλλον

Την παροχή ειδικής φροντίδας σε επίπεδο περιβάλλοντος και τη σταδιακή απομάκρυνση μέρους των δραστηριοτήτων που επιβαρύνουν το Θριάσιο Πεδίο προτείνει το ερευνητικό πρόγραμμα για την περιοχή της Δυτικής Αττικής. Κομβικές κινήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση θεωρούνται η μετακίνηση του λιμένα της Ελευσίνας και η εξυγίανση της παραλίας του Ασπροπύργου.

Η περιοχή της δυτικής Αττικής χωρίζεται στις περιοχές του Θρασίου (δήμοι Ελευσίνας, Μάνδρας, Μαγούλας, Ασπροπύργου, Φυλής, Ερυθρών, Βιλλίων, Οινόης) και της Μεγαρίδας (κοινότητα Νέας Περάμου και δήμος Μεγάρων), η οποία προτείνεται να επεκταθεί με τη διοικητική υπαγωγή στην Αττική των δήμων Λουτρακίου, Περαχώρας και Αγίων Θεοδώρων. Ο πληθυσμός της το 2001 ήταν 114.400 κάτοικοι, αυξημένος κατά 20.000 σε σχέση με το 1991 (οι περίπου 10.000 ήταν παλιννοστούντες από την πρώην ΕΣΣΔ, που εγκαταστάθηκαν στον Ασπρόπυργο). Ανάλογη αναμένεται ότι θα είναι η αύξηση έως το 2015.

«Το Θριάσιο είναι η πιο επιβαρυμένη περιβαλλοντικά περιοχή της Αττικής, καθώς συγκεντρώνει τις περισσότερες οχλούσες δραστηριότητές της», λέει η κ. Γεράρδη. «Στόχος μας, λοιπόν, πρέπει να είναι να αφαιρούμε σταδιακά τις δραστηριότητες αυτές και να πραγματοποιούμε γενναίες παρεμβάσεις σε περιβαλλοντικό επίπεδο. Σημαντικές κινήσεις θα είναι η εξυγίανση και απόδοση στο κοινό της παραλίας Ασπροπύργου, καθώς και η μετακίνηση του λιμένα Ελευσίνας, ώστε το σημερινό λιμάνι να συνδεθεί με τον αρχαιολογικό χώρο. Απολύτως απαραίτητη είναι η οργάνωση του βιομηχανικού πάρκου του Θριασίου, ώστε να πολεοδομηθεί, να αποκτήσει σωστούς δρόμους, χώρους πρασίνου κ.ά., η προστασία των φυσικών πόρων (δάση, ρέματα, εναπομείνασα γεωργική γη) και τέλος η ανάπλαση του οικιστικού δικτύου με προσθήκη πρασίνου. Στη δυτική Αττική θα μπορούσαν να χωροθετηθούν νέα επιχειρηματικά πάρκα (με επιχειρήσεις του τριτογενούς τομέα) στα Μέγαρα ή στο βόρειο Ασπρόπυργο. Ανάμεσα στις υποδομές που θα βελτιώσουν τις συνθήκες της δυτικής Αττικής προτείνεται η χάραξη εναλλακτικού άξονα Σχηματαρίου – Ελευσίνας, ώστε να αποσυμφορηθεί η Μαλακάσα. Αντίθετα με το Θριάσιο, η περιοχή των Μεγάρων «θεωρείται ακόμα σε καλή κατάσταση, ενώ οι οικισμοί δεν έχουν αστικοποιηθεί έντονα», εξηγεί η κ. Γεράρδη. «Στην περιοχή αυτή θα πρέπει να συνδεθεί το πεδινό με το ορεινό κομμάτι, το οποίο και είναι απαραίτητο να παραμείνει ως πνεύμονας της Αττικής και χώρος αναψυχής της ευρύτερης περιοχής. Ταυτόχρονα προτείνεται η διατήρηση του πρωτογενούς τομέα, η ενθάρρυνση της βελτίωσης της παραγωγικότητας σε γεωργικά προϊόντα πολύτιμα για την πρωτεύουσα».