ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η πιο «διάσημη» ελληνική έκρηξη

Ενα τσουνάμι ύψους 30 μέτρων δημιουργήθηκε μετά τη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, τον 17ο αι. π.Χ., από τα πυρακτωμένα αέρια που κατέληξαν με ταχύτητα στη θάλασσα.

Το τσουνάμι χτύπησε τις ακτές της Κρήτης ύστερα από περίπου μισή ώρα· ωστόσο, όσο καταστροφικές κι αν ήταν οι συνέπειές του, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ευθύνονται για την καταστροφή του Μινωικού πολιτισμού.

Παρουσίαση στοιχείων

Τα τελευταία στοιχεία για το τσουνάμι παρουσιάστηκαν στις αρχές Απριλίου στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Γεωεπιστημών στη Βιέννη από την επιστημονική ομάδα του κ. Γεράσιμου Παπαδόπουλου, διευθυντή Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου. Η επιστημονική έρευνα επιχείρησε να αποκαλύψει τον γεωφυσικό μηχανισμό που προκάλεσε το τσουνάμι και να καταγράψει μια σειρά από χαρακτηριστικά του, όπως το ύψος του, σε πόση ώρα το κύμα έφθασε σε διάφορες παράκτιες ζώνες του νοτίου Αιγαίου και την επίδραση του τσουνάμι στον Μινωικό πολιτισμό.

«Το τσουνάμι συνέβη σε προϊστορικούς χρόνους και γι’ αυτό δεν υπάρχουν ιστορικά ντοκουμέντα για να αντλήσουμε πληροφορίες», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Παπαδόπουλος. «Συνεπώς, η μελέτη βασίζεται σε υπαίθριες έρευνες και σε συγκρίσεις με άλλες, καλά γνωστές, εκρήξεις της ιστορικής περιόδου, όπως η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα στις 27 Αυγούστου 1883 στο στενό μεταξύ Σουμάτρας και Ιάβας. Η έκρηξη του Κρακατόα προκάλεσε, μεταξύ άλλων, μεγάλο τσουνάμι που σάρωσε τις ακτές της Ιάβας και σκότωσε 36.000 ανθρώπους».

Τελευταία χρονολόγηση

Σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, οι χρονολογήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης έγινε στη διάρκεια του 17ου αιώνα π.Χ. και πιθανώς γύρω στο 1630 π.Χ. «Αυτή η χρονολόγηση επικρατεί τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις ότι η έκρηξη έγινε γύρω στο 1400-1450 π.Χ. έχουν εγκαταλειφθεί από την επιστημονική κοινότητα», επισημαίνει. «Ομως, το πρόβλημα της χρονολόγησής της είναι ακόμη ανοιχτό, δεδομένου ότι οι χρονολογήσεις της δικής μας ομάδας, που έγιναν σε συνεργασία με Ιάπωνες επιστήμονες των πανεπιστημίων Τοχόκου και Ναγκόγια, έδειξαν ότι η έκρηξη έγινε γύρω στο 1750-1800 π.Χ.».

Από την ισχυρότατη έκρηξη δημιουργήθηκε τσουνάμι, που σάρωσε τις ακτές των νησιών του νοτίου Αιγαίου, ακόμα και τα νότια μικρασιατικά παράλια. Το γεγονός αυτό πιστοποιήθηκε από τα ιζήματα θαλάσσιας άμμου που η ελληνική ομάδα, σε συνεργασία με Ιάπωνες και Τούρκους επιστήμονες, εντόπισε σε παράκτιες θέσεις της βόρειας Κρήτης και της νοτιοδυτικής Τουρκίας.

Η επιστημονική ομάδα του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου προσπάθησε να αναπαραστήσει σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τον τρόπο που δημιουργήθηκε το τσουνάμι, ώστε να μελετήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. «Η πεποίθηση μεταξύ των ηφαιστειολόγων είναι ότι η τελική και πιο εκρηκτική φάση της έκρηξης έλαβε χώρα μέσα σε διάστημα περίπου τριών ημερών από την πρώτη έκρηξη του ηφαιστείου», εξηγεί ο κ. Παπαδόπουλος. «Σ’ αυτό το διάστημα είναι δύο οι κύριοι μηχανισμοί που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τσουνάμι. Ο πρώτος είναι η μεγάλης έκτασης πυροκλαστική ροή, δηλαδή η με μεγάλη ταχύτητα κάθοδος από τον κώνο του ηφαιστείου προς τη θάλασσα μεγάλης μάζας από μείγμα υπέρθερμης ηφαιστειακής τέφρας και αερίων. Η διείσδυση της πυροκλαστικής ροής μέσα στο νερό της θάλασσας συμπιέζει έντονα την υδάτινη μάζα και προκαλεί τον κυματισμό τσουνάμι. Το πάχος της πυροκλαστικής ροής υπολογίστηκε σε 55 μέτρα και η ταχύτητά της σε 170 μέτρα/δευτερόλεπτο».

Ζημιές αλλά όχι καταστροφή του μινωικού πολιτισμού

Το τσουνάμι που χτύπησε τα νησιά του νοτίου Αιγαίου και τα νότια μικρασιατικά παράλια δημιουργήθηκε σε δύο φάσεις. O δεύτερος μηχανισμός γένεσης κατά την τελική φάση της έκρηξης είναι η κατάρρευση του ηφαιστειακού κώνου. «Πιστεύεται ότι μετά την εκτίναξη μεγάλων ποσοτήτων ηφαιστειακού υλικού ο κώνος του ηφαιστείου άδειασε και γι’ αυτό κατέρρευσε δημιουργώντας ταυτόχρονα τη μεγάλη καλντέρα που σήμερα παρατηρούμε στο ηφαιστειακό συγκρότημα της Θήρας», εξηγεί στην «K» ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, κ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος. «Η κατάρρευση του κώνου μέσα στη θάλασσα εξώθησε μεγάλη ποσότητα ύδατος, το οποίο επαναφερόμενο στην αρχική του θέση, και προσκρούοντας στα τειχώματα της καλντέρας, προκάλεσε το τσουνάμι».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από την επιστημονική έρευνα, τα ύψη του τσουνάμι κυμάνθηκαν μεταξύ 15 και 30 μέτρων στη Θήρα και στη βόρεια Κρήτη, ανάλογα με την παράκτια γεωμορφολογία. «Επρόκειτο για ένα πολύ ισχυρό και βίαιο τσουνάμι», λέει στην «Κ» ο κ. Παπαδόπουλος. «Υπολογίζεται ότι στη βόρεια Κρήτη το κύμα έφτασε σε περίπου 30-45 λεπτά από τη γένεσή του. Το μεγάλο ύψος του κύματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στη βόρεια Κρήτη πρέπει να προκλήθηκαν εκτεταμένες καταστροφές σε παράκτιες μινωικές εγκαταστάσεις. Δεν πιστεύουμε όμως ότι προκλήθηκε κατάρρευση του μινωικού πολιτισμού, η οποία πρέπει να αποδοθεί σε άλλα αίτια».

Ενας από τους λόγους που οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό είναι και η παρατήρηση ανάλογων συμβάντων στη σύγχρονη ιστορία. «Χαρακτηριστικό είναι το πλέον πρόσφατο παράδειγμα της Ινδονησίας», λέει ο κ. Παπαδόπουλος. «Το τσουνάμι προκάλεσε μεγάλες καταστροφές σε μια πολύ εκτεταμένη ζώνη που περιλάμβανε αρκετές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας και προκάλεσε τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Ωστόσο, μερικά χιλιόμετρα πιο μέσα από τις ακτές, στο εσωτερικό των χωρών που επλήγησαν, η ζωή συνεχίζονταν κανονικά. Κάτι ανάλογο πιστεύουμε ότι συνέβη και στη βόρεια Κρήτη, στα γειτονικά νησιά και στα νότια μικρασιατικά παράλια».