ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αδιαφορία για την αρχή ίσης μεταχείρησης πολιτών

Πολίτες με αναπηρία, αν και προσλαμβάνονται σε θέσεις για άτομα με ειδικές ανάγκες, απολύονται επειδή ακριβώς είναι ανάπηροι. Δικηγορικός σύλλογος αρνείται να εγγράψει στο βιβλίο ασκουμένων πτυχιούχο Νομικής επειδή είναι άνω των 35 ετών. Αριστούχος φοιτητής δεν μπορεί να πάρει το φοιτητικό επίδομα στέγης και υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών διότι, αν και έχει μεγαλώσει και σπουδάσει στην Ελλάδα, είναι Αλβανός υπήκοος. Ρομά που έχουν επιτύχει τη δανειοδότησή τους για στεγαστική αποκατάσταση χάνουν τελικά τις προθεσμίες, διότι δεν είναι καλοδεχούμενοι σε δήμους, οι οποίοι θέλουν να αποτρέψουν τη δημιουργία οικισμών.

Αυτές είναι μερικές από τις περιπτώσεις που έχουν καταγγελθεί στον Συνήγορο του Πολίτη στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του για την προστασία των πολιτών από την κακοδιοίκηση, αθέμιτες συμπεριφορές και τον μη σεβασμό της αρχής ισης μεταχείρισης. Η τελευταία αποτυπώνεται στο Ν. 3304/2005, περί εφαρμογής ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Το πρόβλημα είναι ότι ο πρωτοποριακός αυτός νόμος μοιάζει να έχει πέσει στο κενό. Ούτε οι οργανώσεις των πολιτών τον αξιοποιούν ούτε καταγγελίες γίνονται (ενώ όλοι βιώνουμε μια διαφορετική πραγματικότητα) στα αρμόδια όργανα, τα οποία -με εξαίρεση τον Συνήγορο του Πολίτη- δεν δραστηριοποιούνται κατ’ ελάχιστο προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ενα χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, που αναγορεύει τον Συνήγορο του Πολίτη σε φορέα Ισης Μεταχείρισης στον δημόσιο τομέα, ο ΣτΠ δημοσιεύει ειδική έκθεση με πραγματικά λιγοστές περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης.

Η Επιτροπή Ισης Μεταχείρισης του υπ. Δικαιοσύνης και το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας -αν και δεν είναι ανεξάρτητες αρχές, όπως ορίζουν οι κοινοτικές οδηγίες- έχουν αναλάβει την προώθηση Ισης Μεταχείρισης στον ιδιωτικό τομέα. Η Επιτροπή Ισης Μεταχείρισης, της οποίας προεδρεύει ο εκάστοτε γ.γ. του υπ. Δικαιοσύνης, συγκροτήθηκε μόλις στις 30 Νοεμβρίου 2005 και έχει συνεδριάσει δυο φορές. Μέχρι στιγμής δεν έχει δεχθεί καμία καταγγελία. Για τον έλεγχο του σεβασμού της Ισης Μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, αρμόδια αρχή είναι το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας. Δεν έχει να επιδείξει κάποια δράση. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αρμόδια υπάλληλος του ΣΕΠΕ όταν ρωτήθηκε επ’ αυτού από την «Κ» απάντησε στερεότυπα ότι «στις 17/02/2006 στείλαμε στις περιφερειακές υπηρεσίες εγκλύκλιο, ώστε να μας ενημερώνουν για περιπτώσεις που εμπίπτουν στο Ν.3304». Μολονότι έχει την αρμοδιότητα να επιβάλλει κυρώσεις (την οποία δεν έχει ο ΣτΠ), επιλέγει να περιορισθεί στη στατιστική συλλογή στοιχείων…

Στην εργασία

Κι αυτό, ενώ είναι κοινό μυστικό ότι στους εργασιακούς χώρους είναι συχνή η άνιση μεταχείριση είτε όσον αφορά την ηλικία -πολλοί αρνούνται να προσλάβουν υπαλλήλους που έχουν «πατήσει» τα 50 κι ας πληρούν τις επαγγελματικές προδιαγραφές- είτε όσον αφορά την πρόσληψη γυναικών που σκοπεύουν να τεκνοποιήσουν κ.λπ.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του νόμου είναι η κινητοποίηση της κοινής γνώμης και των οργανώσεων Κοινωνίας των Πολιτών – των λεγόμενων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Ωστόσο, αν και οι ΜΚΟ έχουν καλή γνώση των ρυθμίσεων ήδη πριν από τη ψήφιση του Ν.3304, είναι απειροελάχιστος (συγκριτικά με ό,τι καθημερινά συμβαίνει) ο αριθμός των περιπτώσεων που έχουν αναφερθεί στον Συνήγορο του Πολίτη, ενώ καμία καταγγελία δεν έχει γίνει στην Επιτροπή Ισης Μεταχείρισης (και στον αριθμό 1529). Εξίσου απούσες είναι οι δύο μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων -ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ- που θα μπορούσαν να παροτρύνουν θύματα στην καταγγελία δυσμενούς μεταχείρισης στις αρμόδιες αρχές και να τα προστατεύσουν.

Οπως σχολιάζει ο βοηθός Συνήγορος του Πολίτη στον Κύκλο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κ. Α. Τάκης, «ο κόσμος δεν ξέρει, αλλά και να ήξερε ίσως να μην υπήρχε μεγαλύτερη ροή υποθέσεων. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει η αίσθηση ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο είναι περισσότερο συμβολικού παρά πρακτικού χαρακτήρα. Αυτού του είδους τα νομοθετήματα χρειάζονται το ανάλογο περιβάλλον για να καρποφορήσουν, που δεν είναι αναπτυγμένο στη χώρα μας. Προϋποθέτουν μια πολύ ισχυρή Κοινωνία των Πολιτών, στην οποία είναι ενστικτώδεις οι αντιδράσεις απέναντι στη δυσμενή μεταχείριση του διαφορετικού.

Πλήρης άγνοια

Οταν η παρενόχληση (και δεν εννοώ μόνο τη σεξουαλική) θεωρείται κακόγουστο αστείο και δεν εγείρει αντιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, είναι δύσκολο η δυσμενής μεταχείριση να φθάσει ως παράπονο με νομικές συνέπειες σε μια Αρχή όπως εμείς. Πρέπει κάποιος να αντιμετωπίσει ακραίες μορφές δυσμενούς μεταχείρισης για να οδηγηθεί σε διαμαρτυρία με νομικές και δικαστικές προεκτάσεις. Υπάρχουν ακραίες μορφές δυσμενούς μεταχείρισης. Αλλά εκεί συνήθως τα αμέσως ενδιαφερόμενα πρόσωπα στερούνται πλήρους επίγνωσης των πραγματικών νομικών δυνατοτήτων τους.

Συνάμα, αυτοί που θα μπορούσαν να καταστήσουν πιλοτική την εφαρμογή του νόμου, φέροντας υποθέσεις σε όργανα όπως εμείς, δεν φαίνονται τόσο πρόθυμοι. Οι οργανώσεις φαίνεται να μην εμπιστεύονται την αποτελεσματικότητα του νέου πλαισίου».

Οπως σημειώνεται στην έκθεση του ΣτΠ, «η σχετική αδράνεια θα πρέπει να προβληματίσει και να ενεργοποιήσει τα αρμόδια υπουργεία Δικαιοσύνης, Απασχόλησης και Εσωτερικών στην κατεύθυνση παροχής κινήτρων και υποστήριξης, ενδεχομένως και χρηματικής, αξιόπιστων οργανώσεων που δραστηριοποιούνται αποτελεσματικά στο πεδίο της συμβουλευτικής, της στήριξης των θιγομένων και της εκπροσώπησης ενώπιον αρχών».

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, ο Συνήγορος του Πολίτη σχεδιάζει την έκδοση σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων ειδικά στον δημόσιο τομέα.

Το βάρος της απόδειξης και η αξιοποίησή του

Νέο σημαντικό στοιχείο στον ευρωπαϊκό και ελληνικό νόμο αποτελεί «η ανακατανομή του βάρους της απόδειξης». Μέχρι τώρα ο θιγόμενος ήταν υποχρεωμένος να τεκμηριώσει εξ ολοκλήρου την καταγγελία του. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, το βάρος της απόδειξης κατανέμεται εξίσου στον εγκαλούντα (φερόμενο θύμα) και τον εγκαλούμενο (φερόμενο θύτη). Ο καταγγέλων μπορεί να προχωρήσει στη διαδικασία με μια κατ’ αρχήν και όχι πλήρη απόδειξη δυσμενούς μεταχείρισης. Οπως σημειώνει ο κ. Τάκης, «πολλές φορές είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί ότι πίσω από ένα φαινομενικά αθώο μέτρο υπάρχει σκοπός διάκρισης. Εάν, όμως, παράπλευρες περιστάσεις επιτρέπουν μια τέτοια κρίση, τότε χάρη στο νέο βάρος της απόδειξης είναι δυνατόν να υπάρξει τελική κρίση. Εάν, για παράδειγμα, κάποιος απολύεται από μια εταιρεία και είναι ο μοναδικός έγχρωμος ή άτομο άλλης εθνικότητας στην εταιρεία, μπορεί κατ’ αρχήν να υποστηρίξει ότι έχει πέσει θύμα δυσμενούς μεταχείρισης».

Οι νέες συνθήκες καθιστούν όλο και πιο σημαντική την προδικαστική συνδρομή. Μπορεί ο Συνήγορος του Πολίτη να παρέχει τις υπηρεσίες του δωρεάν, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους δικηγόρους που προετοιμάζουν μια περίπτωση για δικαστήριο. Και οι υφιστάμενοι δυσμενή μεταχείριση συνήθως έχουν οικονομικό πρόβλημα. Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, να υπάρξουν φορείς της Κοινωνίας των Πολιτών που θα αναλαμβάνουν πιλοτικά την υποστήριξη νομικών υποθέσεων στο δικαστήριο. Πρόκειται για μια πρακτική που καταναλωτικές οργανώσεις (π.χ. ΕΚΠΟΙΖΩ, ΙΝΚΑ) ακολουθούν με επιτυχία εδώ και χρόνια.

Λίγες υποθέσεις στον «Συνήγορο»

Η έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης περιλαμβάνει είκοσι υποθέσεις, τις οποίες εξέτασε μετά από καταγγελίες. Μερικές από αυτές είναι:

– Δικηγόρος που ξεπέρασε το 35ο έτος δεν μπόρεσε να εγγραφεί στο βιβλίο ασκουμένων των δικηγορικών συλλόγων (ο Κώδικας Δικηγόρων θέτει ανώτατο όριο ηλικίας). Αν και υπήρχε σχετική καταδικαστική απόφαση του ΣτΕ, η διάταξη δεν άλλαξε. Το θέμα έχει παραπεμφθεί στον υπουργό Δικαιοσύνης και στην Επιτροπή Ισης Μεταχείρισης.

– Πολίτης με αναπηρία 51% προσελήφθη στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» ως μέλους προσωπικού θαλάμου. Σε αίτημα για χορήγηση άδειας αναπηρίας έλαβε αρνητική απάντηση από τη διεύθυνση του νοσοκομείου και μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου απολύθηκε.

– Σύλλογος Ρομά αδυνατεί να βρει λύση στο στεγαστικό πρόβλημα των μελών του, που διαμένουν στα διοικητικά όρια του Δήμου Λάρισας. Υστερα από αλλεπάλληλες αλλαγές του χώρου διαμονής τους, οι Ρομά χάνουν τις εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου για κάποια από τα δάνεια που έχουν ήδη χορηγηθεί. Σε μια περίπτωση, ο δήμος αποφάσισε αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών για λόγους δημοσίου συμφέροντος και σε μια άλλη ο δήμαρχος ανέστειλε τις εκδόσεις αδειών και οικοδομικών εργασιών στην επίμαχη περιοχή.

– Ελληνίδα πολίτης διαμαρτυρήθηκε για την υπερβολική καθυστέρηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Δήμου Ανω Λιοσίων να της χορηγήσει βεβαίωση τέλους ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) για ακίνητο το οποίο κληρονόμησε, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει κατά τη σύνταξη συμβολαίου αγοραπωλησίας, όπου ο αγοραστής ήταν πολίτης Ρομά.

Το πρόβλημα της ιθαγένειας

– Πολιτογραφημένοι Ελληνες, προερχόμενοι από την πρώην ΕΣΣΔ, αντιμετώπισαν την άρνηση του υπουργού Μεταφορών να μετατρέψει τις άδειες οδήγησης, που είχαν εκδοθεί στις χώρες προέλευσής τους. Το υπουργείο επικαλέσθηκε διάταξη σύμφωνα με την οποία δυνατότητα μετατροπής αδειών έχουν μόνον όσοι απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια από τη γένηση και όχι με πολιτογράφηση.

– Αλβανός υπήκοος διαμαρτυρήθηκε, διότι αρνήθηκαν να του χορηγήσουν φοιτητικό επίδομα στέγης και υποτροφία από το ΙΚΥ, με την αιτιολογία ότι δεν διαθέτει ελληνική ιθαγένεια. Η ελληνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει αυτά τα δικαιώματα σε αλλοδαπούς σπουδαστές τρίτων χωρών.

Ο ευρωπαϊκός νόμος αναγνωρίζει ως μόνη επιτρεπτή απόκλιση τη διάκριση λόγω ιθαγένειας. Στην περίπτωση, όμως, της χώρας μας, όπως επισημαίνεται από τον βοηθό Συνήγορο του Πολίτη στον Κύκλο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κ. Ανδρέα Τάκη, «είναι πάρα πολλές οι παροχές του κράτους που συναρτώνται από την ιθαγένεια. Μπορεί εύκολα να καταλάβει κάποιος από πού αντλείται αυτή η νοοτροπία εάν ανατρέξει στο ιστορικό μας παρελθόν. Για πολλά επαγγέλματα, όπως π.χ. του κρεοπώλη, απαιτείται άδεια που να συνδέεται με την ελληνική ιθαγένεια. Περιορισμός που ατόνησε, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, καθώς εξέλιπαν οι (πολιτικοί) λόγοι ύπαρξής του. Εύλογα, λοιπόν, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει. Για παράδειγμα, κάποιος που είναι εγκατεστημένος πολλά χρόνια στη χώρα μας, είναι επί μακρόν διαμένων. Δεν φαίνεται, λοιπόν, στην περίπτωση του υποτρόφου του ΙΚΥ, ο λόγος προτίμησης όσων έχουν ελληνική ιθαγένεια, έναντι αυτών που δεν έχουν. Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα μεγάλο ζήτημα που θα προβληματίσει πανευρωπαϊκά».