ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το νέφος βρήκε κι άλλη στέγη στα ακριβά προάστια

Οταν πριν από χρόνια, όσοι Αθηναίοι είχαν τη δυνατότητα, άρχισαν να εγκαταλείπουν τις συνοικίες του κέντρου, εξαιτίας του νέφους και του θορύβου, με προορισμό τα προνομιούχα βόρεια προάστια, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι κάποτε τα ίδια προβλήματα θα έβρισκαν και στη νέα τους γειτονιά. Κι όμως, σήμερα, περιοχές όπως η Αγία Παρασκευή, το Μαρούσι και οι Θρακομακεδόνες κατέχουν τις πρώτες θέσεις στον κατάλογο των προαστίων με τα υψηλότερα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με το όζον και τα αιωρούμενα σωματίδια να έχουν βρει εκεί σχεδόν μόνιμη «στέγη».

Μόλις πριν από λίγες ημέρες, το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας, το όζον ξεπέρασε τα όρια επιφυλακής και στις τρεις περιοχές. Ειδικά στο Μαρούσι και τους Θρακομακεδόνες, για τρεις ώρες, οι τιμές του ρύπου είχαν καθηλωθεί στα 201 και 210 μικρογραμμάρια αντίστοιχα, με όριο επιφυλακής τα 180 και όριο συναγερμού τα 240. Οσον αφορά στα μικροσωματίδια, σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ για το 2005, στο Μαρούσι και την Αγία Παρασκευή οι τιμές διαμορφώθηκαν πάνω από το επιθυμητό όριο για την προστασία της υγείας 110 ημέρες και 67 ημέρες τον χρόνο αντίστοιχα. Τις αιτίες του φαινομένου μπορεί κάποιος να αναζητήσει στην «επέκταση» του μποτιλιαρίσματος από το κέντρο στα προάστια, στην αποψίλωση του περιαστικού πρασίνου και εν γένει στην έλλειψη αδόμητων εκτάσεων.

Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Θεσσαλονίκη, η οποία εξάλλου είναι «πρωταθλήτρια» Ευρώπης στις υπερβάσεις ορίων στα αιωρούμενα σωματίδια. Οσο για το όζον, τον ρύπο των προαστίων, όπως ονομάζεται από τους ειδικούς, έχει «εγκατασταθεί» στις παραδοσιακά πιο «καθαρές» και πλούσιες συνοικίες του Πανοράματος και του Ωραιοκάστρου. (Οι δύο περιοχές εμφανίζουν τις υψηλότερες τιμές όζοντος σε ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη, ξεπερνώντας συχνά τα όρια επιφυλακής.) Την ίδια ώρα, οι δυτικές συνοικίες, όπως το Κορδελιό, βιομηχανικές ως γνωστόν περιοχές, εμφανίζουν μειωμένα επίπεδα ρύπανσης σε σχέση με το κέντρο της πόλης.

Ο καθαρός αέρας όμως «κοστίζει». Σύμφωνα με πολυετή έρευνα (1997-2004) των χημικών-περιβαλλοντολόγων στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο κ.κ. Νίκης Λεμονή και Κώστα Νικολάου, οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων ακολουθούν αντίστροφη πορεία σε σχέση με τη ρύπανση. H Δυτική Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, όπου στο παρελθόν τα επίπεδα συγκεντρώσεων των αέριων ρύπων ήταν από τα υψηλότερα της πόλης και οι τιμές των ακινήτων χαμηλές, σήμερα εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης. Οταν η ρύπανση άρχισε να μειώνεται συγκριτικά με το κέντρο, οι αντικειμενικές αξίες άρχισαν σταδιακά να αυξάνουν.

Αντίστροφη τάση, σύμφωνα με την έρευνα, εμφανίζει το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μολονότι μέχρι το 1998 αποτελούσε την ακριβότερη περιοχή της πόλης, σήμερα οι τιμές των ακινήτων έχουν σταθεροποιηθεί. Κύριες αιτίες, το γεγονός ότι συγκεντρώνει τα υψηλότερα επίπεδα αέριων ρύπων, η ηχορρύπανση, η έλλειψη χώρων στάθμευσης.

Τον ανήφορο έχουν πάρει επίσης οι ρύποι και στην περιαστική Θεσσαλονίκη. Ειδικά το όζον, εμφανίζει υψηλές τιμές, με συνεχή ανοδική τάση. Οπως εκτιμούν οι ερευνητές, εάν δεν υπήρχε παντελής έλλειψη ενημέρωσης των κατοίκων για τα επίπεδα συγκεντρώσεων του όζοντος, και στο «αριστοκρατικό» Πανόραμα οι αγοραίες αξίες των ακινήτων θα άρχιζαν να πέφτουν.

«Η ρύπανση του περιβάλλοντος επηρεάζει αρνητικά τις τιμές των ακινήτων και θα τις επηρεάσει ακόμα περισσότερο στο μέλλον, εάν δεν ληφθούν μέτρα», τονίζει στην «K» ο κ. Νικολάου. «Είναι απαραίτητο να υπάρξει ώθηση των μέσων μαζικής μεταφοράς, να αξιοποιηθεί οποιοσδήποτε ελεύθερος χώρος, στρατόπεδα, αλάνες, ώστε να αυξηθεί το πράσινο – και δεν μιλάμε για γκαζόν, αλλά για δένδρα». Οπως σημειώνει, όταν κατά μήκος ενός δρόμου υπάρχει δενδροστοιχία, η ρύπανση μειώνεται έως και 30%…

Διορθώνεται η Πατησίων;

Μια «ιστορική ευκαιρία» να μη γίνει… Αθήνα η Θεσσαλονίκη, έχει σήμερα η ελληνική περιφέρεια, η οποία όμως μάλλον περνά ανεκμετάλλευτη. Οπως τονίζει στην «K» ο δρ Χημικός Περιβαλλοντολόγος κ. Κώστας Νικολάου, σε διαδικασία εκπόνησης βρίσκονται 250 νέα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια σε όλη τη χώρα, λόγω των αλλαγών που επέφερε το Σχέδιο Καποδίστριας, ενώ εκατοντάδες ακόμα αναμένεται να εγκριθούν στο άμεσο μέλλον. «Μολονότι όμως αποτελεί ιστορική ευκαιρία να γίνουν με περιβαλλοντικά κριτήρια, αυτό δεν γίνεται. Κατά τη σύνταξή τους, δεν λαμβάνεται υπόψη η ισχύουσα περιβαλλοντική νομοθεσία και συνεπώς δεν διενεργείται εκτίμηση και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των προτεινόμενων Σχεδίων».

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα των ελληνικών πόλεων, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση και ο θόρυβος, οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο πολεοδομικός και ο χωροταξικός σχεδιασμός δεν έγιναν με περιβαλλοντικά κριτήρια. Δεν εκτιμήθηκαν οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. «Οταν σχεδιάζεις μια πόλη, τόσο οι συντελεστές δόμησης όσο και θέματα όπως ο προσανατολισμός των δρόμων καθορίζουν την ποιότητα του αέρα που αναπνέεις. H Πατησίων για παράδειγμα δεν διορθώνεται τώρα», σημειώνει χαρακτηριστικά.