ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ασήκωτα τα βάρη της οικογένειας για τους νέους

Από τις σημαντικότερες αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στις άλλες δυτικές κοινωνίες, είναι το γεγονός ότι άνδρες και γυναίκες σήμερα παντρεύονται πιο δύσκολα και σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με το παρελθόν, κάνουν λιγότερα παιδιά, όλο και πιο αργά, ή δεν κάνουν καθόλου. Αν κάποτε η «γεροντοκόρη» και το «γεροντοπαλίκαρο» ήταν λίγοι και δακτυλοδεικτούμενοι, σήμερα πλήθη μοναχικών ανδρών και γυναικών επιλέγουν να μην κάνουν οικογένεια. ΄H επιλέγουν να παντρευτούν αφού πρώτα κάνουν καριέρα. Μετά, μπορούν να έρθουν τα παιδιά, το παιδί, αν έρθει. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες έρευνες, οι Ελληνες κάνουν τα λιγότερα παιδιά από όλους τους Ευρωπαίους. Τόσα λίγα που δεν επιτυγχάνεται πλέον η φυσική αναπλήρωση των γενεών. Είναι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δυναμιτίζουν την ελληνική οικογένεια ή είναι γενικότερα μια στάση ζωής στη Δύση, που εν μέρει επαληθεύει τις προφητικές προβλέψεις διακεκριμένων κοινωνιολόγων; Στα μέσα του 20ού αιώνα ο Καρλ Μάνχαϊμ προέβλεψε ότι στο μέλλον θα υπάρχουν όλο και λιγότεροι γάμοι και ότι θα ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι σημαντικότερες σχέσεις θα είναι με φίλους ή ερωτικούς συντρόφους και ως αποτέλεσμα αυτού, θα γεννιούνται λιγότερα παιδιά, θα γίνεται μεγαλύτερη κατανάλωση και μικρότερη αποταμίευση. Με υπέρτατη αξία τον καταναλωτισμό, οι άνθρωποι θα ζουν ατομικά, μόνο για το παρόν.

Μήπως ένα μέρος αυτής της πρόβλεψης είναι ήδη πραγματικότητα; Ας αφήσουμε να μιλήσουν οι αριθμοί. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, καταγράφεται συνολικά στην Ευρώπη αύξηση της μέσης ηλικίας πρώτου γάμου, ενώ έρευνα του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας δείχνει ότι στην Ελλάδα, ύστερα από μια τριακονταετία έντονης και πρώιμης γαμηλιότητας (1955-1985) οι δείκτες πρώτων γάμων συρρικνώνονται, ενώ παράλληλα η μέση ηλικία ανεβαίνει συνεχώς, εγγίζοντας πλέον τα 31 έτη για τους άνδρες και τα 27,7 έτη για τις γυναίκες (28,5 και 24,5 αντίστοιχα στα μέσα του ’60). Η γονιμότητα μειώνεται δραματικά. Από 2,32 που ήταν ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα το 1956, φθάσαμε σήμερα στο 1,29.

Στην πρώτη θέση πλέον το άτομο

Οι ανακατατάξεις που σημειώνονται στον γάμο και κατά συνέπεια στη γονιμότητα είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις αλλαγές στα πρότυπα γαμηλιότητας που επικράτησαν διεθνώς. «Από τα τέλη της δεύτερης μεταπολεμικής δεκαετίας ήδη, προοδευτικά, έντονες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές καταγράφονται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, μεταβάλλοντας δυναμικά στη διάρκεια μιας γενεάς το κοινωνικό πλαίσιο.

Στην οικονομία, η ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα (υπηρεσίες), όπου απασχολείται το 80% των νέων γυναικών, σε βάρος του δευτερογενούς (βιομηχανία) και ιδιαίτερα του πρωτογενούς (γεωργία), καθώς επίσης η ταχεία αστικοποίηση, η αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών, η άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου των γυναικών -το 44% των γυναικών έως 29 ετών έχει τριτοβάθμια εκπαίδευση- και η είσοδός τους στην αγορά της εργασίας (όπως και η επάγωγη σχετική αυτονόμησή τους), η διάδοση των σύγχρονων μεθόδων αντισύλληψης η οποία κατέστησε εφικτό τον διαχωρισμό ανάμεσα στη σεξουαλικότητα και την αναπαραγωγή, η διάχυση της πληροφόρησης και η κατάργηση των συνόρων στον τομέα αυτό, άλλαξαν ριζικά τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα», επισημαίνει ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Ερευνών κ. Βύρων Κοτζαμάνης, και συνεχίζει: «Οι αλλαγές αυτές, που με διαφορετικούς ρυθμούς και σε διαφορετικούς χρόνους εισέβαλαν στον δυτικό κόσμο, επηρέασαν σημαντικά και τις σχέσεις των δύο φύλων, και ειδικότερα τους τρόπους συμβίωσης και τη διάρκειά τους. Οι προσδοκίες εξατομικεύονται πλέον και οδηγούν στην υποχώρηση του θεσμού του γάμου και στην ανάδυση νέων μορφών συμβίωσης, πιο ευέλικτων και λιγότερο καταναγκαστικών. Ταυτόχρονα, με τη συρρίκνωση του αριθμού των γάμων, οι υπάρχουσες έγγαμες συμβιώσεις γίνονται και αυτές όλο και πιο εύθραυστες, στον βαθμό που η συνέχισή τους συναρτάται όλο και περισσότερο από την ταυτόχρονη δυνατότητα εκπλήρωσης των στόχων εκάστου εκ των δύο, ενώ η οικονομική και κοινωνική αυτονόμηση της γυναίκας, παράλληλα με τη μείωση του αριθμού των παιδιών, της επιτρέπει να αντεπεξέλθει στις επιπτώσεις του διαζυγίου».

Αποσταθεροποίηση

Η, κατά κάποιον τρόπο, «αποθεσμοποίηση» του γάμου και της οικογένειας που φαίνεται να συντελείται δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την κατάργηση κοινωνικών κανόνων όσο την ανάδειξη νέων «μοντέλων», που επιτρέπουν περισσότερες επιλογές απ’ ό,τι στο παρελθόν. Γιατί όμως καθυστερούμε τον γάμο; Φταίνε μόνο κοινωνικοί παράγοντες ή οι κακές οικονομικές συγκυρίες που αποτρέπουν τα ζευγάρια να κάνουν το βήμα για την εκκλησία; H ψυχολόγος κ. Μαρία Λασσιθιωτάκη σημειώνει: «Ειδικότερα για τις γυναίκες είναι πλέον φανερό ότι βρίσκονται μπροστά σε μεγάλα διλήμματα. Πώς θα συνδυάσουν την επαγγελματική τους πορεία από τη μία και πώς θα αντιμετωπίσουν το κάλεσμα του βιολογικού τους ρολογιού σχετικά με τη μητρότητα; Και σε αυτή την περίπτωση δεν αρκεί ούτε η αισιοδοξία για την αύξηση του προσδόκιμου ζωής αλλά ούτε και η νεανική εμφάνιση που σήμερα έχουν οι γυναίκες για να τις βοηθήσουν να τοποθετηθούν χωρίς άγχος απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα αλλά και στην υπογεννητικότητα. O γάμος ήταν πάντα μια οικονομική εξασφάλιση των γυναικών, που τώρα όσο πάει μειώνεται με την καταξίωση της γυναίκας στους εργασιακούς χώρους.

»Αυτή η νέα πραγματικότητα δίνει τη δυνατότητα στη γυναίκα να ψάξει βαθύτερες ανάγκες της, όπως είναι το συναίσθημα. Γι’ αυτό και οι περισσότερες δεν έχουν σε πρώτη προτεραιότητα τον γάμο που κάποτε πρόσφερε την οικονομική εξασφάλιση, αλλά τη συναισθηματική παρουσία του άνδρα στη ζωή τους, σαν βασική προϋπόθεση που θα τις οδηγήσει στον γάμο και αργότερα στη μητρότητα. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα, αφού η συναισθηματική αναζήτηση στην εποχή που ζούμε, με τον καταναλωτισμό, τον ανταγωνισμό, τις αγχωτικές συνθήκες, την απόσυρση, την αποξένωση, φαντάζει μερικές φορές σαν να ψάχνεις βελόνι στ’ άχυρα…».

Αμήχανοι άνδρες και γυναίκες

Σε γενικές γραμμές, οι άνδρες σήμερα, αμήχανοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα που θέλει τη γυναίκα στο προσκήνιο της κοινωνικής ζωής και όχι στην κουζίνα, κατηγορούν τις γυναίκες για έπαρση, επειδή κατέκτησαν πολλά κοινωνικά και οικονομικά αγαθά. Και τους αποδίδουν ευθύνες για την υποχώρηση θεσμών, μεταξύ των οποίων και ο γάμος. Ευθύνονται όμως αποκλειστικά και μόνον οι γυναίκες για κάτι που έτσι και αλλιώς υπόκειται σε ποικίλες κοινωνικές διεργασίες και που για να γίνει θέλει και τους δύο; «Πρόκειται για αλληλεπίδραση παραγόντων που δικαιολογεί την καθυστέρηση των γάμων. Και οι άνδρες σήμερα δεν είναι έτοιμοι πριν από τα 35, άρα συμβάλλουν και αυτοί από την πλευρά τους στη δημιουργία του φαινομένου. Τι κάνουν; Μάλλον μένουν αμήχανοι και πολύ περισσότερο αντιλαμβάνονται τον φόβο τους παρά την πραγματικότητα», εξηγεί η κ. Λασσιθιωτάκη. «Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες είναι συναισθηματικά πιο ευάλωτες από τους άνδρες. Αυτό φέρνει ένα πλέγμα συναισθηματικών αναγκών, οι οποίες δεν ικανοποιούνται σήμερα. Και οι γυναίκες, λοιπόν, στέκονται κι αυτές αμήχανες μπροστά στο φαινόμενο και παρατηρούν τον χρόνο να φεύγει με μια υπαπειλούμενη υπογεννητικότητα και ένα αίσθημα στέρησης. Είμαστε δομημένες για τη μητρότητα. Από την εμπειρία μου, οι γυναίκες στα 40 δεν παρηγορούνται από την επαγγελματική καταξίωση. Δυναμικές, υπέροχες, πανέμορφες, αλλά απαρηγόρητες… Θέλουν παιδί. Είναι αρχέτυπο η μητρότητα. Δεν ξεπερνιέται από τις πολιτισμικές ή κοινωνικές εξελίξεις».

«Αναρωτιέμαι γιατί δεν έχω παντρευτεί ακόμα»

Ο γάμος λειτουργεί και στα δύο φύλα ως διαβατήριο από τον χώρο του εφηβικού κόσμου σε αυτόν της ενηλικίωσης. Σε αντίθεση με τις δυτικές κοινωνίες, στην Ελλάδα νέοι άνδρες και γυναίκες δεν σηματοδοτούσαν την ανεξαρτησία τους μένοντας μόνοι, μακριά από την πυρηνική οικογένεια, αλλά περνούσαν κατευθείαν από την οικογένεια που προέρχονταν στη νέα, δική τους. Αυτό φαίνεται πως αλλάζει.

Ολο και περισσότεροι επιλέγουν προσωπικές διαδρομές, διεκδικούν συναισθηματικές εμπειρίες εκτός οικογενειακών πλαισίων, αναβάλλοντας τον γάμο για αργότερα. Δεν πρόκειται όμως, απλώς για μια διαδικασία ωρίμανσης και απόκτησης εμπειριών, αλλά για συνισταμένη διαφόρων παραγόντων μεταξύ των οποίων η σημερινή άσχημη οικονομική κατάσταση του μέσου Ελληνα που λειτουργεί απαγορευτικά, αλλά και τα πρότυπα, στρεβλά ή μη, που επιβάλλει ο καταναλωτισμός.

«Μερικές φορές κάνοντας την αυτοκριτική μου κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν έχω παντρευτεί ακόμα» λέει η Ιωάννα Π, αρχιτέκτων στο επάγγελμα, που στα 36 της πλέον ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά της επόμενης κίνησης. «Αν το είχα πράξει, σίγουρα τώρα θα ήμουν μητέρα, αλλά πιθανόν να μην είχα ανελιχθεί στον εργασιακό μου χώρο στον βαθμό που έγινε. Είναι όμως και λόγοι που ακόμη δεν έχω εξηγήσει. Ισως το απελευθερωμένο μοντέλο του ’80. Γεγονός είναι ότι έζησα περισσότερο ανέμελα, σίγουρα πιο προσωπικά, αποκόμισα σημαντικές εμπειρίες που με ωρίμασαν. Τώρα που τα χρονικά περιθώρια στενεύουν κατά κάποιο τρόπο, σκέφτομαι αν άξιζε, μήπως τελικά έζησα για τον εαυτό μου, μήπως φοβήθηκα υπερβολικά το να είσαι παντρεμένη με παιδιά και τις υποχρέωσεις που αυτή η κατάσταση συνεπάγεται…».

Ραγδαίες αλλαγές

«Πάντα πίστευα ότι το να κάνεις οικογένεια κυριολεκτικά ισοδυναμεί με απόφαση ζωής. Οι προτεραιότητες αλλάζουν, ο βαθμός δυσκολίας των πραγμάτων αυξάνει, τα άγχη επίσης», λέει ο 40χρονος Γιώργος Π., διαφημιστής, και επισημαίνει παράγοντες που ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει: την απαισιόδοξη οικονομική προοπτική και τις ραγδαίες και σε βάρος των ατόμων αλλαγές που συντελέστηκαν. «O πατέρας μου συνεχώς λέει ότι στην εποχή του παντρεύονταν με δυο τετζέρια και μερικά πετσετικά, ότι στον γάμο δεν χρειάζονται πολλά και ότι εμείς είμαστε καλομαθημένοι και καλοπερασάκηδες. Τότε όμως, ένας μισθός αρκούσε και ο εργαζόμενος δεν ανησυχούσε μήπως πεταχτεί στα πενήντα του στον δρόμο. Τότε δεν υπήρχαν μολυσμένες τροφές, τώρα τρώμε και κάνουμε τον σταυρό μας. Τότε δεν υπήρχε έιτζ, τώρα κάνει θραύση. Οσο και αν οι συναισθηματικές ανάγκες των ανθρώπων δεν άλλαξαν, ο κόσμος δεν είναι πλέον ο ίδιος. Αντιθέτως, νομίζω ότι έγινε πιο ανασφαλής. Και αυτή η ανασφάλεια περνάει σε όλους. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά πραγματικά σκέφτομαι σε τι κόσμο θα μεγαλώσουν τα παιδιά που τώρα γεννιούνται…».

Δύσκολη απόφαση

«Αν επιχειρούμε να δούμε μια πραγματικότητα ανεξάρτητα από προσωπικούς παράγοντες, τότε η είσοδος της γυναίκας στην εργασία λειτούργησε καταλυτικά, με την έννοια ότι έπρεπε να αποδείξει σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα ότι είναι ικανή, ότι είναι ισότιμη με τον άνδρα», σημειώνει η 37χρονη Νατάσσα Σ., καθηγήτρια αγγλικών. «Αυτή η προσπάθεια είχε κόστος και για τη γυναίκα, που αναγκαστικά έχασε μέρος της θηλυκότητάς της, αλλά και για τον άνδρα που ακόμη δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί την απώλεια της παντοδυναμίας του. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία. Και σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα η θέση της γυναίκας που πλέον εργάζεται σκληρά είναι σαφώς δυσχερέστερη. H σημερινή γυναίκα γνωρίζει ότι δεν αρκεί να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, αλλά θα πρέπει και να εργάζεται παράλληλα. Και να το μεγαλώνει, να το φροντίζει. Γι’ αυτό δύσκολα παίρνει την απόφαση να παντρευτεί και ακόμη πιο δύσκολα να γίνει μητέρα, συγκριτικά βεβαίως με το παρελθόν…».

Παιδιά καλύτερης «ποιότητας»

Σουηδία και Δανία ήταν οι πρώτες χώρες που παρουσίασαν, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, γονιμότητα μικρότερη από το επίπεδο αναπληρώσεως. Τις χώρες αυτές σύντομα ακολούθησαν και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες και από το 1981 η Ελλάδα και η Ισπανία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, μόνον 3 χώρες (Τουρκία, Κύπρος και Ιρλανδία) είχαν συντελεστή γονιμότητας μεγαλύτερο από το επίπεδο αναπληρώσεως· δηλαδή στην Ευρώπη ο πληθυσμός αυξάνεται μόνον στις τρεις αυτές χώρες. Ειδικότερα στην Ελλάδα, το πρόβλημα της γονιμότητας και γενικότερα το δημογραφικό χτυπάει «κόκκινο συναγερμό» και απασχολεί, καθώς από 2,32 που ήταν ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα γόνιμης ηλικίας το 1956 φθάσαμε σήμερα στο 1,29, που είναι πανευρωπαϊκά ο μικρότερος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα γόνιμης ηλικίας. «Στα παλαιότερα χρόνια τα παιδιά αντιμετωπίζονταν ως επένδυση, δεδομένου ότι αντιπροσώπευαν εργατικά χέρια και εξασφάλιση των γηρατειών για τους γονείς». Με την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, τα παιδιά άρχισαν να καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στην οικογένεια, η οποία φτάνει ακόμη και σε θυσίες προκειμένου να μη λείψει τίποτα από το παιδί. Οι γονείς δεν περιμένουν πλέον βοήθεια από τα παιδιά, το μόνο που προσδοκούν από αυτά «είναι ικανοποίηση. Και η ικανοποίηση αυτή είναι μεγαλύτερη, όσο η «ποιότητα» των παιδιών είναι καλύτερη· ως ποιότητα θεωρείται η καλή υγεία και η εκπαίδευσή τους. Είναι ευνόητο ότι η καλή ποιότητα συμβαδίζει με μικρότερο αριθμό παιδιών ανά οικογένεια, ώστε να υπάρχουν και χρόνος, αλλά και οικονομικά μέσα που θα τη βελτιώσουν», τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης.