ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κρασί οι φτωχοί, ουίσκι οι πλούσιοι

Ακόμα και στην κατανάλωση αλκοόλ αντανακλάται η κοινωνική ανισότητα στη χώρα μας, καθώς ο οικονομικά αδύναμος πληθυσμός δαπανά σχεδόν το 1/3 σε σχέση με τους μη φτωχούς πολίτες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία για τις δαπάνες των νοικοκυριών για οινοπνευματώδη ποτά που προκύπτουν από την έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2004/2005 της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, η δαπάνη για αλκοολούχα ανέρχεται στο 0,7% του συνολικού οικογενειακού προϋπολογισμού. Αποτελεί, δηλαδή, το μικρότερο τμήμα των εξόδων ενός ελληνικού νοικοκυριού. Διευκρινίζεται, βέβαια, ότι στις δαπάνες αυτές δεν συνυπολογίζονται τα ποσά που σπαταλούν τα μέλη μιας οικογένειας για ποτά που καταναλώνουν εκτός κατοικίας.

Η έρευνα διενεργήθηκε σε όλη την επικράτεια σε δείγμα 6.555 ιδιωτικών νοικοκυριών και σε 17.386 μέλη αυτών και τα αποτελέσματά της αναφέρονται στον μέσο όρο των μηνιαίων αγορών.

Οι προτιμήσεις των Ελλήνων στρέφονται περισσότερο στα αποστάγματα, δηλαδή στο ούζο, το ουίσκι και λοιπά οινοπνευματώδη ποτά, καθώς το 37,2% των συνολικών δαπανών… καταλήγουν σε αυτά. Ακολουθούν με μικρή διαφορά τα κρασιά (χύμα, εμφιαλωμένα, αφρώδη και ημιαφρώδη), στα οποία δαπανάται το 34,2% του ποσού που αντιστοιχεί στο αλκοόλ. Η μπίρα καταλαμβάνει το 28,6% των εξόδων για αγορά οινοπνευματωδών.

Ο μέσος όρος μηνιαίων δαπανών του φτωχού πληθυσμού για αλκοολούχα δεν ξεπερνά τα 6,23 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχονται στα 16,07 ευρώ. Τα 6,23 ευρώ μηνιαίως κατανέμονται ως εξής: 3,14 ευρώ σε κρασί, 1,79 ευρώ σε αποστάγματα και 1,30 ευρώ σε μπίρα. Επομένως, οι οικονομικά ασθενείς ομάδες δαπανούν περισσότερο σε κρασί παρά σε αποστάγματα σε αντίθεση με τον υπόλοιπο πληθυσμό που ξοδεύει πρωτίστως για αποστάγματα.

Από μια επιπλέον ανάλυση της Στατιστικής Υπηρεσίας, προκύπτει ότι το πλουσιότερο 20% του ελληνικού πληθυσμού δαπανά για οινοπνευματώδη ποτά 3,9 φορές περισσότερο από το 20% των φτωχότερων πολιτών.

Ολη η έρευνα στο site της «Καθημερινής» www.kathimerini.gr.