ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Ελλάδα διώχνει τους ερευνητές της

Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των 15 της Ε.Ε. ως προς τις δημόσιες επενδύσεις για την έρευνα και την τεχνολογία. Στην τελευταία θέση επίσης ως προς τις δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία. Μήπως πρέπει, λοιπόν, να μην απορούμε που περίπου 3.000 με 4.000 νέοι Ελληνες επιστήμονες έχουν «διαρρεύσει» στο εξωτερικό προκειμένου να ασχοληθούν με την έρευνα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα μεγάλων εταιρειών; Μήπως δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν ολοκληρώνεται, κατά περίπτωση, έως και το 50% των ερευνητικών, διδακτορικών προγραμμάτων; Πώς, με αυτές τις συνθήκες, ορισμένοι από τους καλύτερους επιστήμονες να μην αποφασίσουν να φύγουν στο εξωτερικό; Το θέμα της «διαρροής μυαλών» υποκινεί πολλές μάχες και σε πολλαπλά επίπεδα. Εντός της χώρας μας, όπου η επιστημονική «μετανάστευση» δημιουργεί προβληματισμό σε κυβέρνηση, πανεπιστημιακή κοινότητα και επιχειρήσεις, αλλά και στην Ε.Ε., η οποία ετοιμάζει την αντεπίθεσή της στις ΗΠΑ, με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας.

«Ως φυσικός δεν έχει σημασία πού εργάζομαι. Το μόνο που μετρά είναι να έχω τις δυνατότητες να πραγματοποιώ το ερευνητικό πρόγραμμά μου. Οι καλύτεροι επιστήμονες πηγαίνουν εκεί όπου τους προσφέρονται οι καλύτερες συνθήκες έρευνας και εργασίας» αναφέρει στην «Κ» ο Ελληνας καθηγητής του πανεπιστημίου Heinrich-Heine στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας κ. Χρήστος Λύκος. Βρέθηκε στην Αθήνα για τη συνάντηση των Ελλήνων υποτρόφων της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD) και του ιδρύματος Alexander von Humboldt, οι οποίοι συνολικά αριθμούν περί τους 1.750.

Πρόβλημα η χρηματοδότηση

Η πανεπιστημιακή πορεία του κ. Λύκου είναι ενδεικτική για όσους γίνονται «επιστημονικοί μετανάστες». «Εφυγα από την Ελλάδα το 1998, μετά την αποφοίτησή μου από το ΕΜΠ. Πήγα κατ’ αρχήν στις ΗΠΑ, στο πανεπιστήμιο του Κορνέλ. Οι ΗΠΑ είναι το μεγάλο σχολείο της έρευνας. Κατόπιν, πήρα υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ακολούθησαν δύο χρόνια στην Ιταλία. Επέστρεψα το 1996 στη Γερμανία, ενώ το 2003 βρέθηκα για ένα εξάμηνο στο Κέμπριτζ», μας λέει.

Η «διαρροή μυαλών» απασχολεί έντονα όλη την Ευρώπη, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ δείχνουν να ενισχύουν τη μονοκρατορία τους, όπως φάνηκε και από την κυριαρχία των Αμερικανών επιστημόνων στα φετινά βραβεία Νόμπελ. «Σημασία έχει η προαγωγή της αριστείας» λέει στην «Κ» ο αντιπρόεδρος της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών κ. Μαξ Χούμπερ. «Η Ελλάδα είναι σε μειονεκτική θέση διότι είναι μία μικρή χώρα, η οποία εισάγει τα αποτελέσματα της έρευνας των ισχυρών κρατών. Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να προωθηθεί η ιδέα των Κέντρων Αριστείας. Θα πρέπει κάθε πανεπιστήμιο να αναζητήσει έναν τομέα, όπου έχει ισχυρή βάση, και να τον αναπτύξει. Τα Κέντρα αυτά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πόλοι επιστροφής Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό» προσθέτει ο κ. Χούμπερ. «Είναι μία ιδέα καλή. Ομως θα πρέπει να έχουν γερές βάσεις και εξασφαλισμένη τη χρηματοδότηση, ακόμη και με ιδιωτικούς πόρους, για να μη μείνει μετέωρο το εγχείρημα» συμπληρώνει από την πλευρά του ο κ. Λύκος.

Η πρόταση για ενίσχυση της αριστείας στα ελληνικά πανεπιστήμια διατυπώθηκε και από τους επιφανείς Ελληνες πανεπιστημιακούς σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά ιδρύματα, οι οποίοι πρόσφατα κατέθεσαν τις προτάσεις τους στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, με στόχο να βγει η ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση από το τέλμα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η διαρροή ερευνητών από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ είναι τεράστια, ενώ μόλις το 29% των Ευρωπαίων ερευνητών δήλωσαν ότι σχεδιάζουν να επιστρέψουν στην Ευρώπη μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Επιφυλακτικά τα ιδρύματα

Ως απάντηση στη διαρροή, ο ίδιος ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο ηγείται του σχεδιασμού για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας. Σύμφωνα με την περιγραφή του ίδιου, θα είναι ένας ευέλικτος οργανισμός, που θα έχει μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες, θα διεξάγει έρευνα και θα παράγει τεχνολογία σε στρατηγικούς τομείς. Το ΕΙΤ θα συνεργάζεται με κορυφαίες εταιρείες, ώστε να αξιοποιεί εμπορικά το ερευνητικό του έργο.

Ομως, υπάρχουν έντονες αντιδράσεις από τα πανεπιστήμια της Ευρώπης μπροστά στον φόβο μήπως το ΕΙΤ πάρει τη μερίδα του λέοντος σε κονδύλια και επιστημονικό δυναμικό. «Είναι ακριβώς έτσι», λέει ο κ. Χούμπερ. «Συμφωνώ με τις εκτιμήσεις ότι θα υπάρξει μείωση της χρηματοδότησης προς τα ευρωπαϊκά ιδρύματα. Από την πλευρά μου θεωρώ ότι είναι πολύ καλύτερο να ενισχύσουμε τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιταλία ή αλλού στην Ευρώπη, τα οποία θα λειτουργήσουν ως πρότυπα ερευνητικά ιδρύματα» καταλήγει ο κ. Χούμπερ.