ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο Συνήγορος κατά της ΕΛ.ΑΣ.

Η επιείκεια με την οποία αντιμετωπίζει η ΕΛ.ΑΣ και τα πειθαρχικά της όργανα τις αυθαιρεσίες αστυνομικών και την καταχρηστική συμπεριφορά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αποτυπώνεται σε νέο πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, με αφορμή τη διερεύνηση καταγγελιών Δικηγορικών Συλλόγων. Σύμφωνα με τις αναφορές ασκήθηκε φυσική και ψυχολογική βία από αστυνομικούς σε βάρος δικηγόρων κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους. Μετά παρότρυνση της Αρχής, η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής διενήργησε ΕΔΕ, η οποία ολοκληρώθηκε με απαλλακτικό πόρισμα σχεδόν δύο χρόνια μετά την παραγγελία. «Δεν πείθουν οι εσωτερικοί έλεγχοι που διεξάγει η ΕΛ.ΑΣ ότι γίνονται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο» έχει τονίσει στην «Κ» ο Συνήγορος του Πολίτη κ. Γ. Καμίνης.

Σχολιάζοντας το πόρισμα και συνεκτιμώντας ολόκληρο τον φάκελο, ο Συνήγορος του Πολίτη επισήμανε σειρά πλημμελειών, οι οποίες, άλλωστε, επιβεβαιώνουν ορισμένα από τα γενικότερα συμπεράσματα της Ειδικής Εκθεσης για την πειθαρχική – διοικητική διερεύνηση καταγγελιών σε βάρος αστυνομικών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εσφαλμένη νομική αξιολόγηση αποδεδειγμένων περιστατικών, καθώς και στην αναιτιολόγητη καθυστέρηση, εξαιτίας της οποίας η ΕΔΕ ολοκληρώθηκε μόλις κατά τη στιγμή της παραγραφής τυχόν πειθαρχικών παραπτωμάτων.

Απευθυνόμενος, κατόπιν αυτού, στο Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ, ο Συνήγορος του Πολίτη εισηγήθηκε να διερευνηθούν τουλάχιστον οι ευθύνες των αξιωματικών οι οποίοι είχαν αναλάβει διαδοχικά τη διενέργεια της ΕΔΕ, ήδη δε το Αρχηγείο ΕΛ.ΑΣ. ανταποκρίθηκε και παρήγγειλε σχετική έρευνα. Η πρώτη καταγγελία αφορούσε περιστατικό, κατά τη διάρκεια του οποίου ένας υπαστυνόμος φέρεται να βιαιοπράγησε σε βάρος δικηγόρου όταν ο τελευταίος είχε εισέλθει στο γραφείο του πρώτου και «στις κατ’ επανάληψη προτροπές του δεν εξήλθε». Στη συνέχεια ο υπαστυνόμος «αναγκάσθηκε να τον εκβάλει με τη βία έξω και με την πρόθεση να τον οδηγήσει στον εισαγγελέα ποινικής δίωξης». Ο ίδιος υπαστυνόμος φέρεται να βιαιοπράγησε σε βάρος και άλλης δικηγόρου, την οποία εξύβρισε και υπέβαλε σε κράτηση. Η δικηγόρος λογομάχησε έντονα με τον υπαστυνόμο όταν ζήτησε να εξυπηρετηθεί κατά προτεραιότητα και αρνήθηκε να εξέλθει του γραφείου κατόπιν συστάσεως εκείνου προκειμένου να ολοκληρώσει συνδιάλεξη από το κινητό της τηλέφωνο. Στο πόρισμα, που συντάσσεται από τον Βοηθό Συνήγορο κ. Α. Τάκη, «οι απειλές σε βάρος των δικηγόρων θεωρούνται συστηματικές ακόμη και αν τελικώς δεν υλοποιήθηκαν, και συνιστούν άσκηση ψυχολογικής βίας». Ο Συνήγορος του Πολίτη καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η μεν διοικητική διερεύνηση των επίμαχων καταγγελιών υπήρξε πλημμελής, η δε απαλλακτική της απόληξη δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς.