ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι επιδόσεις των μεταναστών στο σχολείο και η φτώχεια

Η μετανάστευση είναι επιβαρυντικός παράγοντας για τη σχολική προσαρμογή ενός εφήβου, όχι όμως κατ’ ανάγκην και για την ψυχική του υγεία. Μάλιστα, τα παιδιά των μεταναστών παρουσιάζουν συχνά μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις συνθήκες ζωής από τους γηγενείς. Ομως, η σχολική προσαρμογή (βαθμοί, απουσίες, συμπεριφορά) ενός εφήβου συνδέεται άμεσα με τον βαθμό κοινωνικής αντιξοότητας της οικογένειάς του. Είναι, λοιπόν, χαρακτηριστικό ότι η σχολική προσαρμογή των Ελληνόπουλων που προέρχονται από επιβαρυμένες κοινωνικο-οικονομικά οικογένειες (χαμηλή επαγγελματική κατάσταση και μόρφωση, μονογονεϊκή οικογένεια) είναι εξίσου χαμηλή με αυτή των ομογενών ή αλλοδαπών συμμαθητών τους.

Η ερευνητική ομάδα A.St.R.A. για το φαινόμενο της ψυχικής ανθεκτικότητας (Athena Studies of Resilient Adaptation) είναι καρπός της συνεργασίας του τομέα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με το Ινστιτούτο Ανάπτυξης του Παιδιού του πανεπιστημίου της Μινεσότα των ΗΠΑ. Η ομάδα πραγματοποίησε μακρά έρευνα με τη συμμετοχή 1.035 μαθητών, των τριών τάξεων του Γυμνασίου, σε τέσσερα σχολεία της Αττικής στα οποία φοιτά σημαντικός αριθμός μεταναστών ή παλιννοστούντων μαθητών. Οπως διαπίστωσαν οι Φ. Μόττη-Στεφανίδη, Ν. Τάκης, Β. Παυλόπουλος και Αν Μάστεν, οι Αλβανοί και Πόντιοι μαθητές πρώτης γενιάς έχουν τη χαμηλότερη σχολική επάρκεια. Πέρα από τις δυσκολίες προσαρμογής, αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην κατανόηση των μαθημάτων διότι δεν γνωρίζουν επαρκώς τη γλώσσα. Οι μετανάστες δεύτερης γενιάς και οι γηγενείς έχουν τις καλύτερες επιδόσεις και τη λιγότερο διαταρακτική συμπεριφορά.

Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι τα σχολεία αποτελούν συχνά χώρους διακρίσεων εις βάρος των αλλοδαπών μαθητών και ιδιαίτερα των Αλβανών. Αυτές διαπράττονται από τους υπόλοιπους μαθητές, τους γονείς και ενίοτε τους εκπαιδευτικούς και τις διευθύνσεις των σχολείων. Πλέον αποδεκτοί είναι οι Πόντιοι και λιγότερο οι Βορειοηπειρώτες, των οποίων η «ελληνικότητα» συχνά αμφισβητείται. Παρόλα αυτά, οι μετανάστες και οι παλιννοστούντες δεν παρουσιάζουν περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα από τους άλλους συμμαθητές τους.

Οι Αλβανοί και οι Πόντιοι ζουν κάτω από τις πλέον αντίξοες κοινωνικές συνθήκες και οι μετανάστες δεύτερης γενιάς βιώνουν κατά κανόνα μεγαλύτερη κοινωνική αντιξοότητα από τους Ελληνες. Ομως, όταν οι Ελληνες βιώνουν υψηλή κοινωνική αντιξοότητα, η σχολική τους επάρκεια πέφτει κατακόρυφα και δεν διαφέρουν πλέον από τους μετανάστες και τους παλιννοστούντες.

Αλλοι ισχυροί παράγοντες που επηρεάζουν τη σχολική επάρκεια και την ψυχική διάθεση των νέων, είναι οι δεξιότητές τους, οι προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητάς του και η εκτίμηση του οικογενειακού περιβάλλοντος για τη μάθηση.

Οι προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας αφορούν την πεποίθηση του ατόμου ότι μπορεί να συμπεριφερθεί με τρόπο ώστε να επιτύχει επιθυμητούς στόχους. Η μελέτη έδειξε ότι οι υψηλές προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας λειτουργούν καταρχάς ευεργετικά στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή και την ψυχική υγεία όλων των εφήβων, ανεξάρτητα από την εθνικότητα και τον βαθμό κοινωνικής αντιξοότητας που ζει η οικογένεια.

Οταν συγκρίθηκαν οι έφηβοι ανάλογα με τη χώρα γέννησής τους σε ό,τι αφορά τη σχολική επιτυχία και τη μάθηση, βρέθηκε ότι οι Ελληνες και οι μετανάστες δεύτερης γενιάς έχουν σημαντικά υψηλότερες προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας από τους Αλβανούς πρώτης γενιάς και τους Πόντιους συμμαθητές τους. Επειδή οι δεύτεροι δεν γνωρίζουν επαρκώς την ελληνική γλώσσα (ιδιαίτερα όταν δεν τους προσφέρεται η κατάλληλη υποστήριξη) δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα μαθήματα.

Ιδιαίτερα ισχυρή είναι και η επιρροή της οικογένειας, η οποία είναι ένας από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες για τη σχολική προσαρμογή του παιδιού. Οι γονείς που ενδιαφέρονται για τη μάθηση του παιδιού τους επισκέπτονται συχνά το σχολείο για να μάθουν τις επιδόσεις του, φροντίζουν να πηγαίνει διαβασμένο και έτσι του δείχνουν τη σημασία που έχει η μάθηση.