ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Κλαίω παιδάκι μου αλλά τους δίνω δίκιο»

Τη συναντήσαμε τυχαία πέρυσι στο ορεινό χωριό Μηλιά Γρεβενών, λίγα χιλιόμετρα από το Μέτσοβο. Εκεί, στον δρόμο προς τα Ιωάννινα, είχε ένα κατάστημα ειδών ξυλογλυπτικής για τα οποία φημίζεται η περιοχή και όπως μας είπε τότε, οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά. «Θα το κλείσω όμως, αν και αφήνει καλό μεροκάματο. Εχω δυο παλικάρια, αλλά δεν το θέλουν. Θα φύγουν στην Αθήνα για να δουλέψουν ο ένας σερβιτόρος και ο άλλος στην οικοδομή», πρόσθεσε μονολογώντας. Και στην εύλογη ερώτηση για ποιο λόγο να αφήσουν μια τέτοια δουλειά αφού τους αποφέρει ικανοποιητικό εισόδημα και να κατέβουν στην Αθήνα, η απάντηση ήρθε αποστομωτική: «Δεν βρίσκουν γυναίκες να παντρευτούν εδώ. Στενοχωριέμαι, κλαίω, αλλά τους δίνω και δίκιο: θα μείνουν χωρίς οικογένεια. Οι κοπέλες φεύγουν για τις πόλεις, δεν θέλουν να κάνουν την ζωή που κάναμε εμείς. Σπάνια θα βρεθεί καμιά να παντρευτεί παιδί και να μείνει στο χωριό». Φέτος το Πάσχα διασχίζοντας την ίδια διαδρομή σταματήσαμε και πάλι στη Μηλιά. Το κατάστημα είχε κατεβασμένα ρολά. «Το ‘κλεισε, της έφυγαν τα παιδιά», μας είπε ο ιδιοκτήτης του γειτονικού καφενείου. Ιστορίες σαν αυτής της γυναίκας, με παράπονο για τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τα χωριά τους, συναντάει κανείς παντού στην ορεινή Ελλάδα.

Από τα Πομακοχώρια ώς τις Πρέσπες και από την Πίνδο ώς τον Ταΰγετο, η φυγή των νέων προς τα αστικά κέντρα συνεχίζεται. Εγκαταλείπουν σπίτια και περιουσίες και μεταναστεύουν προσδοκώντας ένα καλύτερο αύριο, που θα τους εξασφαλίζει, όπως τουλάχιστον ονειρεύονται, μια αξιοπρεπή δουλειά, μα κυρίως αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής. Το εάν τα πετυχαίνουν όλα αυτά καταφεύγοντας στις πόλεις είναι υπό συζήτηση.

Σημασία έχει ότι το μεταναστευτικό ρεύμα δεν έχει ανακοπεί, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει η πολιτεία τα τελευταία χρόνια να συγκρατήσει τους νέους στην ορεινή Ελλάδα μέσω προγραμμάτων, όπως του αγροτικού τουρισμού, των νέων αγροτών κ.λπ.

Στο οροπέδιο του ιστορικού Σουλίου, στη Θεσπρωτία, οι κάτοικοι, όσοι απέμειναν, ζουν κυρίως απο την κτηνοτροφία. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές και αξιόλογες αγροκτηνοτροφικές μονάδες που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να αφήσουν ένα πολύ καλό εισόδημα, οι νέοι φεύγουν. Κυνηγούν -τι άλλο;- μια θέση στο Δημόσιο, έστω και εποχικού πυροσβέστη στην Αθήνα με 700 ευρώ μηνιαίως από το να μείνουν στο χωριό και να οργανώσουν σωστά την περιουσία τους που θα τους αποφέρει πολλά περισσότερα χρήματα και πιο άνετη ζωή. Ισως γιατί δεν ενημερώθηκαν σωστά και δεν βοηθήθηκαν όσο έπρεπε για το πώς θα αναβαθμίσουν τα νοικοκυριά τους και θα αλλάξουν προς το καλύτερο την καθημερινότητά τους.

Οι βιολογικές καλλιέργειες σε αυτήν την περιοχή είναι σχεδόν άγνωστες, ενώ παρά το απίστευτης ομορφιάς φυσικό κάλλος δεν «τρέχει» ούτε ένα πρόγραμμα αγροτουρισμού.

«Προσπαθούμε να φτιάξουμε τις υποδομές και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια σύγχρονη και αποδοτική κτηνοτροφία και ήπια τουριστική ανάπτυξη. Πρέπει να πείσουμε τους νέους να μείνουν και αυτό θα το πετύχουμε ως πολιτεία με την ουσιαστική βοήθεια και τη διαρκή ενημέρωση», τονίζει ο πρόεδρος της κοινότητας κ. Βαγ. Οικονόμου. Το λεκανοπέδιο των Πρεσπών έχει 17 χωριά και μόνο 1.400 κατοίκους από τους 10.000 που αριθμούσε παλαιότερα. Η περιοχή αιμορραγεί, αν και το εισόδημα από τα φασόλια, τον τουρισμό κ.λπ. είναι υψηλό.

Γιατί φεύγουν οι νέοι; «Γιατί είμαστε απομονωμένοι», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος Πρεσπών κ. Λ. Ναλπαντίδης. «Οι νέοι θέλουν να διασκεδάσουν, να επικοινωνήσουν με νέους. Εδώ δεν βρίσκεις άνθρωπο να πεις καλημέρα. Εφτιαξα μια δημοτική καφετέρια και συχνάζουν μόνο γέροντες, οι νέοι καταφεύγουν στις μεγάλες πόλεις όπου αναζητούν κοινωνικές συναναστροφές. Αν δεν γίνουν σύγχρονα οδικά δίκτυα δεν θα μείνει ψυχή εδώ πάνω».

Υπάρχουν, ωστόσο, και εκείνοι που πάνε κόντρα στο κύμα, αυτοί που ο κοινοτάρχης της ακριτικής Πωγωνιανής Ιωαννίνων κ. Π. Τσέβης αποκαλεί «εραστές του ονείρου». Είναι νέοι που παράτησαν τα αστικά κέντρα και επέστρεψαν στα χωριά για να τους δώσουν και πάλι ζωή και να ζήσουν και οι ίδιοι καλύτερα. Ο κ. Χρ. Κωσταράς είναι ένας εξ αυτών.

Επέστρεψε πριν απο δεκατέσσερα χρόνια από την Αθήνα στο χωριό του, Δολό Ιωαννίνων, και έφτιαξε ένα βιολογικό κοπάδι με πρόβατα και γίδια. Στην αρχή, όπως λέει, οι λιγοστοι συγχωριανοί του τον αντιμετώπισαν με καχυποψία. «Τι κάνεις, είσαι με τα καλά σου, άφησες την Αθήνα και γύρισες εδώ; Κρίμα, είχες μια αξιοπρέπεια και την έχασες, μου έλεγαν κάποιοι». Παρά ταύτα, η αγάπη του ίδιου και της συζύγου του Μαριάνας, που έζησε στην Αυστραλία και τη Βρετανία, για την ύπαιθρο υπερίσχυσε και σήμερα βγάζει ένα καλό έισόδημα και βοηθάει με τον δικό του τρόπο και άλλους νέους της περιοχής να μείνουν στα χωριά και να κάνουν δικό τους νοικοκυριά. «Δεν είναι εύκολο, οι νέοι αισθάνονται μειονεκτικά όταν ζουν στο χωριό, δεν βρίσκουν άλλους νέους για να επικοινωνήσουν, είναι πρόβλημα. Εκτός αυτού πρέπει να βοηθήσει η πολιτεία με υποδομές. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατό να αναγκάζονται οι κτηνοτρόφοι από την Πωγωνιανή να πάνε στα Γιάννενα για να βρουν κτηνίατρο», καταλήγει.