ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Ο τόπος ζωντανεύει μόνο στα πανηγύρια»

Βράδυ Κυριακής του Πάσχα και το καφενείο είναι γεμάτο κόσμο. Ολοι γνωρίζονται μεταξύ τους, φιλιά, αγκαλιές, πειράγματα. Το τσίπουρο και το κρασί ρέουν άφθονα και οι μεζέδες δεν σταματούν να βγαίνουν από την κουζίνα. «Ησυχα», λέει κάποιος, «αρχίζουν». Στο βάθος, ο Ηλίας σηκώνει το κλαρίνο – στις πρώτες νότες του αργόσυρτου μοιρολογιού όλοι σωπαίνουν. «Ετσι ξεκινάμε τα γλέντια μας εδώ. Στη λύπη κρύβεται η χαρά και στη χαρά η λύπη», ψιθυρίζει ο διπλανός μας. «Να, για παράδειγμα, σήμερα έχουμε γιορτή, αλλά από αύριο δεν θα υπάρχει πάλι ψυχή εδώ…»

Βρισκόμαστε στον Παλαιόπυργο του Δήμου Ανω Πωγωνίου, στη βορειοδυτική πλευρά του νομού Ιωαννίνων. Τα βουνά στο βάθος είναι η Αλβανία. Πάνε χρόνια από τότε που το χωριό ερήμωσε. «Μην κοιτάτε τι λένε οι απογραφές – εδώ δεν μένει πια κανείς», λέει στην «Κ» ο κ. Κώστας Χαρίσης, γέννημα-θρέμμα Παλαιοπυργιώτης, ο οποίος σήμερα ζει στην Αθήνα. «Για την ακρίβεια, η τελευταία μόνιμη κάτοικος πέθανε πριν από δύο μήνες. Κι εδώ, όποιος πεθαίνει, παίρνει και το κλειδί μαζί του». Το καφενείο όπου γίνεται το γλέντι το διατηρεί πια Αλβανός. Ο Παλαιόπυργος, όπως πολλά χωριά της Ηπείρου, αποκτά πια ζωή μόνο τα καλοκαίρια – άντε και στις γιορτές. «Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο τους και επιστρέφουν σ’ αυτόν σε κάθε ευκαιρία. Τι θα γίνει όμως με την επόμενη γενιά; Ναι, τώρα τα παιδιά μας έρχονται, γιατί τα βρίσκουν έτοιμα – τα σπίτια ανοιχτά, καθαρισμένα από μας. Τι θα γίνει όμως όταν εκλείψει αυτός ο συνδετικός κρίκος;», λέει ο ίδιος, με το μυαλό του προφανώς στις δυο του κόρες.

Η εγκατάλειψη του χωριού ξεκίνησε μετά τον εμφύλιο. Τη δεκαετία του ’60, το χωριό μετρούσε μόλις 150 κατοίκους, ενώ το σχολείο έκλεισε οριστικά το ’71. «Η μόρφωση, οι ευκαιρίες, οι δραστηριότητες και οι δυνατότητες ήταν πια μακριά από το χωριό, ακόμη και μακριά από την Ηπειρο. Ο κόσμος δεν έφυγε για να βρει γιατρούς και νοσοκομεία, έφυγε για να βρει δουλειές και σχολεία. Τα χωράφια, τα αμπέλια και η μικρή κτηνοτροφία σιγά σιγά εγκαταλείφθηκαν. Με τα χρόνια, χάσαμε και τις γιαγιάδες μας που κρατούσαν κατοικημένο το χωριό τον χειμώνα», θυμάται ο κ. Χαρίσης. Τα παιδιά και τα εγγόνια επιστρέφουν έως σήμερα «μισο-κάτοικοι, μισο-τουρίστες, ίδιοι μουσαφιραίοι στα σπίτια μας», κυρίως λόγω του πείσματος των παλαιοτέρων που διατήρησαν τα έθιμα του τόπου, όπως το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. «Γιατί η πολιτεία υπήρξε πάντονε απούσα». Το βασικό πρόβλημα των χωριών του ακριτικού Ανω Πωγωνίου είναι η προσβασιμότητα. Η εξαγγελία το Πάσχα (με αφορμή την παραμονή του πρωθυπουργού στο Δολό) της κατασκευής της οδικής αρτηρίας που θα ενώνει τα παραμεθόρια χωριά είχε διατυπωθεί και προ 15ετίας, λένε οι κάτοικοι. «Ενας τόπος δεν έχει προοπτική αν δεν έχει πρόσβαση. Πώς να αναπτυχθεί ο ήπιος τουρισμός; Ποιος να πάρει το ρίσκο να ξεκινήσει επιχειρηματική δραστηριότητα; Φαίνεται όμως ότι είμαστε πολύ λίγοι για να μας αφιερώσουν χρόνο και χρήμα», σημειώνει ο κ. Χαρίσης. Ο μόνιμος πληθυσμός του Δήμου Ανω Πωγωνίου είναι 2.100 άτομα, μολονότι το καλοκαίρι υπερβαίνει τους 5.000 κατοίκους. «Το γεγονός όμως ότι εξακολουθούμε να ερχόμαστε, ποτέ δεν μέτρησε. Οταν υπάρχει μια σπίθα, αντί να βάλει δυο ξύλα να γίνει φωτιά, το κράτος ρίχνει στάχτη να σβήσει».

Η ιστορία του Παλαιόπυργου δυστυχώς δεν παρουσιάζει καμία πρωτοτυπία. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή πληθυσμού, περισσότερα από 200 χωριά σε όλη την Ελλάδα είναι «χωριά-φαντάσματα», δίχως ούτε έναν μόνιμο κάτοικο. Εκτιμήσεις, ωστόσο, ανεβάζουν τον αριθμό των ερημωμένων χωριών της χώρας σε περίπου 4.000, τα περισσότερα από τα οποία ορεινά. «Ο Παλαιόπυργος, η Κάτω Μερόπη, ο Κακόλακκος είναι πανέμορφα, αλλά «πέτρινα» χωριά. Από πάνω τους πέρασε ο εμφύλιος και ακόμα το πληρώνουν», λέει στην «Κ» ο νομάρχης Ιωαννίνων κ. Αλ. Καχριμάνης. «Στόχος μας είναι να τα αναστήσουμε φτιάχνοντας υποδομές δρόμων, να τα μετατρέψουμε σε χώρους ξεκούρασης». Οπως μας είπαν κάποιοι μισοαστεία-μισοσοβαρά στο καφενείο λίγο πριν από το πασχαλιάτικο γλέντι, «ποιος ξέρει, το μειονέκτημά μας μπορεί να είναι και το πλεονέκτημά μας. Σε λίγα χρόνια αυτά θα είναι τα μόνα παρθένα μέρη στη χώρα. Βλέπετε, δεν υπάρχει τίποτα που να μολύνει τον τόπο. Κυρίως δεν υπάρχουν άνθρωποι».