ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Ηταν σαν να είχε λουστεί το χωριό μας με βενζίνη»

Οι τελευταίοι κάτοικοι της Αρτέμιδας που θρηνεί 25 νεκρούς δεν μπορούν να ξεχάσουν (και πιθανότατα να μην το καταφερουν ποτέ) την αποφράδα ημέρα της Παρασκευής 24 Αυγούστου 2007. Το χωριό τους ξεκληρίστηκε, οι ψυχές τους πάγωσαν κι εκείνοι έμειναν να κοιτούν γύρω τους την τέφρα.

«Μέχρι να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου η φωτιά είχε κατέβει από τη Μάκιστο στην Αρτέμιδα. Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Αμέσως πήρα την οικογένειά μου, τους έβαλα στο αυτοκίνητο και φύγαμε από Σμέρνα ανάμεσα στις φλόγες. Καταφέραμε και σωθήκαμε. Αν είχαμε πάει από τον δρόμο για Ζαχάρω, μάλλον δεν θα μιλούσαμε τώρα», λέει στην «Κ» ο 71χρονος Χαράλαμπος Λαμπρόπουλος, κάτοικος Αρτέμιδας.

Μοιραία κατεύθυνση

Δυστυχώς, όμως, άλλοι συγχωριανοί τους πήραν τη μοιραία κατεύθυνση. Μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και έτρεξαν να γλιτώσουν όταν πια οι φλόγες έκαιγαν τα πρώτα σπίτια. Πήραν τον κατηφορικό δρόμο για τη Ζαχάρω, όπου επικράτησε πανδαιμόνιο, όταν το πυροσβεστικό όχημα με τους τρεις άντρες που ανηφόριζε για να σβήσει τη φωτιά σε Αρτέμιδα και Μάκιστο συγκρούστηκε με το πρώτο από τα αυτοκίνητα του χωριού. Οι άνθρωποι εγκλωβίστηκαν εκεί. Ακόμα και οι πυροσβέστες τα είχαν χαμένα. Το κακό δεν άργησε να γίνει. Βλέποντας ότι τα αυτοκίνητα δεν μπορούσαν πλέον να συνεχίσουν την πορεία τους, οι περισσότεροι βγήκαν και έτρεξαν προς το χωράφι για να σωθούν. Η φωτιά, όμως, φούντωσε από τα ξερόχορτα του αγρού και δεν τους άφησε καμία ελπίδα σωτηρίας.

«Ηταν θαρρείς και είχε λουστεί το χωριό από βενζίνη. Τίποτα δεν προλάβαινε να σταματήσει την φωτιά. Είχα φέρει το αυτοκίνητό μου μπροστά στο σπίτι μέχρι που μας περικύκλωσε η φωτιά. Τότε άκουσα κάποιον να φωνάζει: Καιγόσαστε, φύγετε. Δεν ξέραμε πού να πάμε. Ηταν απερίγραπτος ο πανικός», λέει η Ιωάννα Δημοπούλου.

Ανάμεσα στους τυχερούς που προσπάθησαν να εγκαταλείψουν την Αρτέμιδα και τους πρόλαβε η φωτιά στον δρόμο ήταν και τρία παιδιά, ο Γιάννης και η Θεώνη (αδέλφια) και η φίλη τους η Γεωργία, μαθητές γυμνασίου και λυκείου». Τρέξαμε να φύγουμε, αλλά η φωτιά είχε ήδη φτάσει πολύ κοντά μας. Μπήκαμε σε μία αποθήκη. Οι φλόγες όμως μας απειλούσαν και εκεί. Φύγαμε και περάσαμε στο απέναντι σπίτι. Καθήσαμε εκεί μέχρι να περάσει η φωτιά. Ολη την ώρα σκεφτόμουν ότι θα καούμε και φοβόμουν πάρα πολύ. Ο μπαμπάς μάς έλεγε να μην φοβόμαστε, όμως εμείς ξέραμε ότι ο κίνδυνος ήταν μεγάλος»…

Στο χωριό, οι καμπάνες ηχούν πένθιμα. Η μία κηδεία διαδέχεται την άλλη. Την περασμένη Παρασκευή περίπου 400 άτομα της ευρύτερης περιοχής είπαν το ύστατο χαίρε σε δύο παιδάκια και μία γιαγιά που έχασαν τη ζωή τους στις φλόγες. Ακολούθησαν άλλες τέσσερις κηδείες…

Κλιμάκιο Κυπρίων

Και ενώ τα δάκρυα δεν έχουν στεγνώσει ακόμα, στις αποτεφρωμένες πλαγιές της Αρτέμιδας ξεπρόβαλε λίγο φως. Το φως της παρηγοριάς ότι το πολύπαθο χωριό της Ηλείας θα ξαναχτιστεί. Ηδη από την Κυριακή βρίσκεται στη Ζαχάρω πενταμελές κλιμάκιο από Κύπριους τεχνικούς στο πλαίσιο της απόφασης της κυπριακής κυβέρνησης να αναλάβει την ανοικοδόμηση – ανασυγκρότηση της Αρτέμιδας. Χθες η κυπριακή αντιπροσωπεία, καθώς επίσης και στελέχη της Ελληνικής Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας, των υπουργείων Εσωτερικών, ΠΕΧΩΔΕ και Αγροτικής Ανάπτυξης επισκέφθηκαν την Αρτέμιδα, για να καταγράψουν λεπτομερώς τις ανάγκες.