ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Απαγόρευση βοσκής και έλεγχοι στο λάδι

Πάρνηθα, Πήλιο, Πεντέλη, Υμηττός, Εύβοια, Πελοπόννησος, περίπου 2.800.000 στρέμματα δασών, αγροτικών αλλά και περιαστικών εκτάσεων έγιναν στάχτη από τις φετινές πυρκαγιές. Οι επιστήμονες εμφανίζονται καθησυχαστικοί όσον αφορά την έκλυση διοξινών στην ατμόσφαιρα, δεδομένου ότι κάηκαν κυρίως παρθένα δάση, επισημαίνουν όμως ότι χρειάζεται να ληφθούν μέτρα.

«Οταν έχουμε καύση παρθένου δάσους η έκλυση διοξινών είναι μικρή. Βέβαια στις πυρκαγιές του καλοκαιριού κάηκαν και περιαστικές εκτάσεις όπου βρίσκονταν ανεξέλεγκτες χωματερές και σκουπιδότοποι. Η καύση κυρίως πλαστικών που περιέχουν ενώσεις χλωρίου σε αυτές τις περιοχές ασφαλώς προκαλεί αύξηση των διοξινών που εκλύονται στην ατμόσφαιρα, αλλά και πάλι το πρόβλημα δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι υπήρξε μεγάλη διασπορά εξαιτίας του αέρα», τονίζει στην «Κ» ο προϊστάμενος του εργαστηρίου για τη μέτρηση Διοξινών και Ερευνητής του Εθνικού Κέντρου «Δημόκριτος» κ. Λεόντιος Λεοντιάδης.

Οι διοξίνες επικάθονται σαν σκόνη, επισημαίνει, αλλά δεδομένου ότι δεν είναι υδατοδιαλυτές δεν εισχωρούν σε φρούτα και λαχανικά. Αντίθετα, με την πρώτη βροχή θα πέσουν στο έδαφος. Οπως τονίζει ο κ. Λεοντιάδης, δεν έχει νόημα να πραγματοποιήσουμε μετρήσεις στα εδάφη γιατί η συγκέντρωση θα είναι πολύ μικρή. Ομως οι διοξίνες έχουν τη δυνατότητα να βιοσυσσωρεύονται στο λιπώδη ιστό των ζώων. Ετσι η ποσότητα διοξινών που προσλαμβάνει ένα ζώο σε κάθε του «γεύμα» προστίθεται στις προηγούμενες και αποθηκεύεται στον οργανισμό του στα σημεία που υπάρχει λίπος. «Κατά συνέπεια θα πρέπει να απαγορευτεί η βόσκηση των ζώων στις καμένες εκτάσεις», λέει στην «Κ» ο κ. Λεοντιάδης, κάτι που κανονικά έτσι και αλλιώς θα συμβεί εφόσον σε εκτάσεις που έχουν καεί, προκειμένου να αναγεννηθούν, απαγορεύεται από τη νομοθεσία η βόσκηση πέντε χρόνια για τα πρόβατα και δέκα για τα κατσίκια.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, σύμφωνα με τον κ. Λεοντιάδη, την εποχή της συγκομιδής του ελαιόκαρπου, τον Οκτώβριο, στις περιοχές που βέβαια βρίσκονται κοντά στις πληγείσες και τα δέντρα δεν κάηκαν, άρα είναι σε θέση να δώσουν παραγωγή. «Οι ελιές, αντίθετα με τα υπόλοιπα προϊόντα, έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν τους οργανικούς ρύπους», τονίζει ο κ. Λεοντιάδης, οπότε «την εποχή της συγκομιδής πρέπει να γίνει έλεγχος του ελαιόλαδου που θα παραχθεί από τα ελαιόδενδρα σε συγκεκριμένες περιοχές».

Τα όρια από την Ε.Ε.

Οσον αφορά τα επίπεδα διοξινών, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει καθορίσει συγκεκριμένα όρια. Ωστόσο, όπως έχει δηλώσει στην «Κ» η κ. Ιωάννα Ηλιοπούλου, καθηγήτρια Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών και διευθύντρια της Μονάδας Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Ρύπανσης και Οικοτοξικολογίας, «τα όρια που δίνει η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι Διεθνείς Οργανισμοί είναι για να γνωρίζουμε πότε υπάρχει οξεία τοξικότητα. Τη μακροχρόνια τοξικότητα μόνο κατ’ εκτίμηση μπορούμε να την υπολογίσουμε». Ωστόσο, ασφαλώς εντελώς διαφορετικά θα πρέπει να είναι τα όρια στα τρόφιμα για κάποιον που καταναλώνει καθημερινά χοιρινό και διαφορετικά για κάποιον που είναι χορτοφάγος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως βοηθά το να αποφεύγουμε την κατανάλωση του λιπώδους ιστού όταν καταναλώνουμε κρέας.

Η δράση των διοξινών, τα τρόφιμα, τα όρια

Οι διοξίνες είναι μια οικογένεια χημικών ουσιών, που παράγονται κατά τη διάρκεια διαφόρων διεργασιών όπως η ατελής καύση αστικών απορριμμάτων -κυρίως πλαστικών- αλλά και η λεύκανση του χαρτοπολτού κυρίως λόγω της παρουσίας χλωρίου. Δεδομένου ότι η οικογένεια αυτή των οργανικών ενώσεων είναι εξαιρετικά λιπόφιλη, είναι δυνατόν να βιοσυσσωρεύεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στο λιπώδη ιστό των διαφόρων ανωτέρων θηλαστικών και ψαριών. Είναι τοξικές ουσίες εξαιρετικά ανθεκτικές που ενοχοποιούνται για καρκινογενέσεις ενώ σύμφωνα με βιοχημικές και τοξικολογικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί επηρεάζουν το ανοσολογικό, ενδοκρινολογικό και νευρικό σύστημα. Επειδή οι βλάβες που προκαλούνται εμφανίζονται μετά πάροδο ετών για τη βιοσυσσώρευση υψηλών συγκεντρώσεων διοξίνης στον οργανισμό έχει σημασία ο βαθμός και η διάρκεια έκθεσης ενός ατόμου σε αυτές. Το 90% της ποσότητας των διοξινών που προσλαμβάνει ο μέσος Ευρωπαίος οφείλεται στην κατανάλωση τροφίμων, γι’ αυτό και η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει μέγιστα όρια για τις διοξίνες σε τρόφιμα και ζωοτροφές.