ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Απέμεινε μόνο ένα κομμάτι ύφασμα»

Το χωριό Ράφτη του Δήμου Αλιφείρας είχε 40 σπίτια. «Δεν φαντάζεστε, το σκηνικό θύμιζε Ελβετία – τόσο ωραία ήταν!», λένε όσοι έχουν περάσει από εκεί· πριν από τον Αύγουστο. Σήμερα, τα 37 σπίτια έχουν καεί ολοσχερώς. «Οπως μπαίνεις στο χωριό, στο πρώτο σπίτι δεξιά μένει μια κυρία με τον γιο και την ανύπαντρη κόρη της», λέει στην «Κ» η κοινωνική λειτουργός της Γ.Γ. Ισότητας κ. Μαίρη Φραγκοπούλου. «Η μάνα με πήρε απ’ το χέρι να μου δείξει την καταστροφή. Στο κελάρι της είχε 1.000 κιλά λάδι, 800 κιλά κρασί, 500 κιλά σιτάρι – όλα χάθηκαν. Αλλο όμως την πόνεσε περισσότερο… Ανοιξε την παλάμη μου και μου έβαλε μέσα ένα κομμάτι ύφασμα: ήταν από την προίκα που έφτιαχνε εδώ και χρόνια για την κόρη της. «Πάρ’ το», μου λέει, «και δείξ’ το παντού – χάσαμε τα πάντα». Τόσες μέρες έχουν περάσει από τότε και το κομμάτι ύφασμα ακόμα μυρίζει καμένο». Η γυναίκα ήταν όμως περήφανη. «Δεν θέλουμε τίποτα άλλο παρά να μας βοηθήσουν να φτιάξουμε το σπίτι μας. Επειτα εμείς θα ξεκινήσουμε πάλι τη ζωή μας. Οπως πάντα, έτσι και τώρα θα τα καταφέρουμε», είπε στην κοινωνική λειτουργό.

Στο Λιβαδάκι Αλιφείρας ζούσε και η κ. Αγγελική Σουντζούρη-Βενέτη, με τον άντρα, την πεθερά της και τα επτά παιδιά της. Η πολυμελής οικογένεια έχει τώρα μοιραστεί σε δύο λυόμενα. «Δεν κάναμε πολυτελή ζωή, όχι», λέει η ίδια στην «Κ». «Αλλά μια χαρά ήμασταν. Είχαμε τη σειρά μας. Το σπίτι μας, το νοικοκυριό μας, τα ζώα μας, τις ελιές μας. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα πια». Φέτος θα έβγαζαν τρεις τόνους λάδι – λίγο θα έδιναν, το περισσότερο θα το κρατούσαν για την οικογένεια. Το ίδιο και το κρέας από τα ζώα – «τόσα στόματα, πώς αλλιώς»;

Η οικογένεια έλαβε 10.000 ευρώ αποζημίωση. «Ξέρετε εσείς κανένα σπίτι να φτιάχνεται με 10.000 ευρώ; Ούτε εγώ», λέει η κ. Αγγελική με ένταση. «Αλλά, όχι, δεν φεύγουμε. Πού να πάμε; Εδώ είναι ο τόπος μας. Εδώ μεγαλώσαμε, εδώ αποκτήσαμε ό,τι αποκτήσαμε, εδώ χτίσαμε τη ζωή μας – άσχετα αν τα χάσαμε όλα. Εσείς θα φεύγατε απ’ το σπίτι σας, έτσι, επειδή σας το λέει κάποιος;» ρωτάει. Η ευχή της, όλα να ήταν ένα κακό όνειρο και, αύριο κιόλας, το χωριό να ξαναήταν όπως πρώτα. «Με το πράσινο, τα όμορφα σπίτια». Αλλά η απελπισία, λέει, δεν βγάζει πουθενά. «Πόση απελπισία πια; Κι άλλη; Δοξάζουμε τον Θεό που γλιτώσαμε τα παιδιά μας. Να, στο άλλο χωριό, στην Αρτέμιδα, μαζεύανε πτώματα. Τα σπίτια ξαναγίνονται».